Ευαγγελία Τάτση, Το συνεργείο των λέξεων και των ημερών

Δεν ανήκουν στις μέρες οι μέρες που σκάβουν βαθιά μέσα μας.
Δεν είναι λέξεις οι λέξεις που ορμούν κατακόρυφα.
Είναι το συνεργείο των λέξεων και των ημερών.
Θεμέλια και συρματώσεις στα σπλάγχνα μας.
Δοκοί και πυλώνες για μια γέφυρα ακλόνητη
στο βάρος των ονομάτων.

Όλα σχετίζονται με τις διαστάσεις του σύμπαντος.
Για παράδειγμα, λένε, κρατούν τις αποστάσεις ασφαλείας
που σημαίνει λογαριάζουν το μήκος.
Μετρούν της σκιάς τους το πλάτος.
Προβλέπουν τον χρόνο της λήξης και τον μέσο όρο
του ύψους μας.
Τι ξέρουν όμως για τον θάνατο και τη διάσταση του θανάτου;
Τον θάνατο που συνθλίβει πενήντα εφτά φορές κάθε κόκκο στάχτης.
Σ’ αυτό το σημείο οι διαστάσεις πολλαπλασιάζονται.
Διαστάσεις θανάτου και ονομάτων.
Τα ονόματα είναι μια άκρη μέσα στο κεφάλι μου.
Τα ονόματα είναι σωματίδια φωτός με βάρος ασήκωτο.

Λέω ένα όνομα, άκου.
-Αναστασία, ορκίζομαι.
Στα ελληνικά το σωματίδιο του Higgs λέγεται όρκος.
Πες κι εσύ ένα άλλο όνομα.
Βάιε, πες, Μάρθη.

Σε όλους τους δρόμους, λέω
το όνομα είναι ο δρόμος να ενωθούν
η κβαντική θεωρία με τη θεωρία της βαρύτητας, πειραματικά.

*Από το βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Mosab Abu Toha, Δύο ποιήματα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΠΙΤΙ;

Τι είναι το σπίτι;
η σκιά των δέντρων καθ’ οδόν για το σχολείο πριν ξεριζωθούν.
Η ασπρόμαυρη γαμήλια φωτογραφία των παππούδων μου
πριν καταρρεύσουν οι τοίχοι.
Το χαλί προσευχής του θείου που, όπου κοιμόντουσαν
δεκάδες μυρμήγκια τις χειμωνιάτικες νυχτιές, πριν
λεηλατηθεί και έκθεμα καταστεί σε μουσείο.
Ο φούρνος που η μητέρα χρησιμοποιούσε για να φτιάχνει
ψωμί και κοτόπουλο να ψήνει μέχρι που ρημάχτηκε
το καθετί από τη ρίψη μιας βόμβας.
Η καφετέρια όπου παρακολουθούσα ποδοσφαιρικούς αγώνες κι έπαιζα –

Το παιδί μου με σταμάτα: Μπορεί μια λέξη με πέντε
γράμματα να τα χωρέσει όλα αυτά;

*


ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Δύο πουλιά
αφήνουν τη φωλιά τους
λέγοντας ένα τραγούδι, ίσως
για τον καλλιτέχνη που δουλεύει
σ’ έναν παλαιό, καλοδιατηρημένο κήπο.

Ζωγραφίζει ένα καινούργιο σπίτι,
ακόμα κι έναν νέο κήπο.
χωρίς θραύσματα,
στρεβλωμένες μεταλλικές δοκούς,
σπασμένα τούβλα και χαλαρά ή κεντρικά καλώδια.

Αλλά μετά τον βλέπω να διστάζει,
μία ακέφαλη κούκλα ατενίζοντας
που κείτεται στα χαλάσματα.

Αναρωτιέμαι αν θα τη ζωγραφίσει
ως μέρος του νεοσύστατου σπιτιού και του αναστημένου κήπου.
Μπορεί να καταστρέψει
την αρμονία του.
Ενδέχεται να ενοχλήσει
τους επισκέπτες απ’ το εξωτερικό.

*Από τη συλλογή “Πράγματα που ίσως βρείτε κρυμμένα στο αφτί μου”, έκδοση Κοινωνία των (δε)κάτων, 2025. Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος.

Γιώργος Καλοζώης, Ορέστης

Είμαι αυτός που συνέβη
να υπάρχει
αγνώστου μητρός ή
μάλλον καθόλου μητρός
γεννήθηκα από τη
φουσκωμένη γάμπα του
πατρός μου του Αγαμέμνονα
δεν μιλώ κανονικά παρά
μόνο φτύνω κι ενώ είμαι
βασιλόπουλο τα πόδια μου
είναι αιχμηρά γεωργικά
εργαλεία τα χέρια μου είναι
δρεπάνια που θερίζουν
τον ανθρώπινο στάχυ
φύγετε από μπροστά μου
προστατευτείτε
είμαι η καταιγίδα και το μωρό
της (που το κανακεύει
συνέχεια) ο κεραυνός
δεν είμαι ο ευθύγραμμος
κόσμος είμαι ο κόμπος της
κουβαρίστρας
που δεν αφήνει την Ιστορία
ομαλά να ξετυλίγεται
εμένα που μου στέρησαν
τη βασιλική διαδοχή
από πουθενά δεν μπορεί
κανείς να με πιάσει
είμαι η προϊστορία τα κατάμαυρα
δάση και το άλεκτο είμαι
αυτός που απέχει εκατομμύρια
μίλια από τον διάλογο
ο αδιάβροχος της σιγανής και
της ωφέλιμης για τη συνεργασία
των ανθρώπων αγάπης
και δεν με νοιάζει
αν πρέπει να διδάξω με το
παράδειγμά μου
δεν είμαι παιδαγωγός
το στόμα μου βγάζει φωτιά σαν
φούρνος που πυρώθηκε πάρα
πολλές ώρες για να βγάλει τα
Κυριακάτικα ψητά
όπως τα λιοντάρια θα δαγκώσω
το βουβάλια πηδώντας στη ράχη τους
ξέρω πώς να μοιράσω τον πόνο
σε ίσες μερίδες
αυτός που θα κάνει τους άλλους
να πάθουν
είναι αυτός που έπαθε ή αυτός που
νομίζει πως έπαθε


*Από τη συλλογή “Ορέστεια”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2025.

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Η Νύχτα, στη Γεθσημανή

Λούκας Κράναχ ο Πρεσβύτερος: “Ο Έρως παραπονιέται στην Αφροδίτη”

Χθες τη νύχτα εικόνες
σούβλιζαν τον αέρα
και έλεγαν λόγια προφητικά.
Χθες τη νύχτα
ήμουν πότε ταύρος
πότε ταυρομάχος.

Χθες τη νύχτα η ησυχία της πόλης
έφτανε ως το κρανίο μου.
«Δεν θα προδώσω την αγάπη μου», είπα,
«δεν θα την προδώσω».

Χωρίς τη συγκατάθεσή μου
Εχθές τη νύχτα έγραφα στίχους,
κι ο γραφικός μου χαρακτήρας
έμοιαζε με τον δικό σου.

Εχθές τη νύχτα διάβαζα ποίηση—
ποιήματα του Βαγγέλη Αλεξόπουλου—
κι ένας ψαλμός αναδύθηκε:
«Διαρρήξωμεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν
καὶ ἀπορρίψωμεν ἀφ ̓ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν».

Εχθές τη νύχτα ένας κόσμος παρουσιάστηκε,
για μένα και μόνο
ένα κάρο με άσπρα άλογα
γεμάτα φρούτα—
μήλα του παραδείσου.

Ήξερα τη γεύση
πριν καν τα δοκιμάσω,
φρούτα πικρά
σαν ό,τι απέμεινε
από ένα δάσος με λόγια.

Θα κάψω όλα μου τα ρούχα·
δε χρειάζομαι τη μεταμφίεση πια.

Ελεύθερη θα περπατώ στον δρόμο των ηδονών
που εσύ χάραξες—
έναν παράδεισο από εφιάλτες.
Η πόλη γέμισε πτώματα που μου μοιάζουν
άλλο έχει το πρόσωπό μου,
άλλο τη λεκάνη μου,
τα χείλη, τον λαιμό, τα μάτια,
τα δάχτυλα των χεριών.
Αναγνωρίζω κι ένα σημάδι
που είχα στην πλάτη.

Έβλεπα τα πτώματα,
κι εικόνες δικές μου
από άλλες εποχές με πλημμύρισαν—
τότε που μ’ αγκάλιαζες
κι η δύναμη της έλξης
ήταν πιο σφοδρή κι απ ́ τον άνεμο
που ξεριζώνει δέντρα καταχείμωνο.

«Θα περάσει κι αυτό», είπα,
«θα περάσει,
καθώς η μέρα κυλά
ίδια με όλες τις άλλες».

Κι όμως η θέληση για αγάπη
δεν είχε λυγίσει.
Και όπως στεκόμουν ακίνητη
σ’ έναν δρόμο χωρίς όνομα,
θυμήθηκα, πως ο θάνατος
καραδοκεί κάθε στιγμή τον αγαπημένο
κι ήθελα να τον σώσω
πρώτα από μένα.

Και τότε, σαν στρείδι γυαλιστερό,
άλλαξα μορφή
κι έγινα ένα χωρίς μνήμη ερπετό
ή κάτι τέτοιο-

κι όλα θάμπωσαν.

6/12/25

Ποιήματα 2018-2025 (σε εξέλιξη)
Σημ.:
Η Γεθσημανή είναι ονομασία ενός μικρού κήπου/ελαιώνα στους πρόποδες του Όρους των Ελαιών, έξω από την Ιερουσαλήμ. Στην παράδοση της Καινής Διαθήκης είναι ο τόπος όπου ο Ιησούς προσευχήθηκε τη νύχτα πριν τη σύλληψή του, Το όνομα πιθανότατα προέρχεται από τα αραμαϊκά- εβραϊκά Gat-Šmānê, που σημαίνει: ελαιοτριβείο, «τόπος όπου πιέζουν τις ελιές».

Ξανθή Μηλίγγου, Οι μάγισσες της νύχτας 

Φωτογραφία: Laura Makabresku

Της νύχτας οι μάγισσες βγήκαν κι απόψε μαυροφορεμένες.
Περπάτησαν πολύ και βρήκαν την έρημο της μοναξιάς.
Μαύρες στο σκοτάδι, έκαναν κύκλο κι άναψαν φωτιές στα χέρια.
Να ζεστάνουν άλλες καρδιές, όχι τις δικές τους.
Να δείξουν τον δρόμο της ειρήνης της ψυχής.
Να φωτίσουν τα μυαλά με περισσότερο σκοτάδι παρά φως.
Και φεύγουν πάλι, με χέρια γεμάτα πληγές,
για να ξανάρθουν αύριο, και κάθε αύριο,
αμίλητες, μυστικά,
να δώσουν εκείνο που δεν δίνεται.

Blanca Varela, Πέντε ποιήματα

Στριπτίζ
 
Βγάλε το σομπρέρο
αν το έχεις
βγάλε τα μαλλιά
που σε εγκαταλείπουν
βγάλε το δέρμα
τα εντόσθια τα μάτια
και φόρεσε μια ψυχή
αν τη βρεις


*


Κανείς δε μας λέει


Κανείς δε μας λέει πώς
να στρέψουμε το πρόσωπο στον τοίχο
και
να πεθάνουμε ήσυχα
όπως το έκανε ο γάτος
ή ο σκύλος του σπιτιού
ή ο ελέφαντας
που πορεύτηκε για να ψυχομαχήσει
έτσι όπως οδεύει κάποιος
για μία αναπόφευκτη τελετή
λικνίζοντας τα αφτιά του
στο ρυθμό που ανάσαινε
η προβοσκίδα του
μόνο στο ζωικό βασίλειο
υπάρχουν παραδείγματα
τέτοιας διαγωγής
να κοντοσταθείς
να πλησιάσεις
να μυρίσεις ό,τι έζησες
και να στρέψεις το πρόσωπο
απλά
να στρέψεις το πρόσωπο


*


Διάλογος


Εκείνος ανοίγει το στόμα
είναι κόκκινο από μέσα
εκείνη ανοίγει τα μάτια
ο κερατοειδής της είναι λευκός
σαν τη σελήνη
ήρεμη είναι
η κερατοειδής σελήνη
μόλις που φωτίζει τα
αγαπημένα ούλα
μέσα
σιωπηλά
με το στόμα κλειστό
στα σκοτεινά
κατοικούν οι δύο


*


Δικαιοσύνη


ήρθε το πουλί
και καταβρόχθισε το σκουλήκι
ήρθε ο άνθρωπος
και καταβρόχθισε το πουλί
ήρθε το σκουλήκι
και καταβρόχθισε τον άνθρωπο


*Από το “Canto villano” (1972-1978).


*


Να πεθαίνεις κάθε μέρα


να πεθαίνεις κάθε μέρα και λίγο περισσότερο
να κόβεις τα νύχια
τα μαλλιά
τις επιθυμίες
να μάθεις να σκέφτεσαι τα μικρά
και τα απέραντα πράγματα
τα πιο μακρινά κι ακίνητα
αστέρια
στον κηλιδωμένο ουρανό
σαν ένα ζώο που φεύγει
τον ουρανό
τρομαγμένο από μένα


*Από το “Concierto animal” 1999.


**Μετάφραση: Χαράλαμπος Δήμου. Σχετικός σύνδεσμος: https://www.vakxikon.gr/μπλάνκα-βαρέλα-5-ποιήματα/

Μιχάλης Γραμματάς, Δύο ποιήματα

Artwork: Marc Chagall

Η φωτογραφία

Η μέρα ήταν φυσικά υπέροχη
κι εσύ έλαμπες όπως πάντα
σαν το πιο εκτυφλωτικό όνειρο
μέσα σε γιορτή

Εγώ ανέκαθεν υπήρξα τυφλός
τώρα όμως πράγματi
δεν είχα ανάγκη από μάτια
αφού το δικό σου φως
ασφαλώς θαυμάσια με οδηγούσε

Πώς συνέβη όμως και ενώ
όλα ήταν τόσο υπέροχα
βρίσκω τον εαυτό μου τώρα εδώ
ανασηκωμένο στο κρεβάτι
να κοιτάζει εκστατικός
τη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας
κι απαρηγόρητος να κλαίει;

*
Μαζί
Όποτε βλέπω
τον ουρανό
σκέφτομαι 
ότι τον βλέπεις κι εσύ

Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό
στην ίδια Γη
τόσο χωριστά
κι όμως τόσο μαζί

Lola Ridge, Mother / Μητέρα

Artwork: Edvard Munch

Lola Ridge, Mother / Μητέρα

Your love was like moonlight
turning harsh things to beauty, 
so that little wry souls reflecting 
each other obliquely as in cracked mirrors… 
beheld in your luminous spirit
their own reflection,
transfigured as in a shining stream, 
and loved you for what they are not.  

You are less an image in my mind 
than a luster 
I see you in gleams
pale as star-light on a gray wall… 
evanescent as the reflection of a white swan 
shimmering in broken water.

Η αγάπη σου ήταν σαν το φεγγαρόφωτο
μετατρέποντας τα σκληρά πράγματα σε ομορφιά,
έτσι ώστε οι μικρές πονηρές ψυχές να αντανακλούν
η μια την άλλη λοξά όπως σε ραγισμένους καθρέφτες…
έβλεπαν στο φωτεινό σου πνεύμα
τη δική τους αντανάκλαση,
μεταμορφωμένη σαν σε ένα λαμπερό ρεύμα,
και σε αγάπησαν γι’ αυτό που δεν είναι.

Είσαι λιγότερο μια εικόνα στο μυαλό μου
παρά μια λάμψη
Σε βλέπω σε λάμψεις
Χλωμή σαν το φως των αστεριών σε έναν γκρίζο τοίχο…
φευγαλέα σαν την αντανάκλαση ενός λευκού κύκνου…
που αστράφτει στο διαταραγμένο νερό.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νανά Ησαΐα, Δύο ποιήματα

ΙΔΑΝΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Κι αν κοιμηθώ;
Στο ιδανικό αυτό δωμάτιο της λήθης;
Με το άγαλμα του σώματός σου στο κέντρο;
Τα αντικείμενα ακαθόριστα
Κι ένα θραύσμα μόνο της μνήμης;
Ακρωτηριασμένο το φως.
Χωρίς καιρό.
Στην εποχή μιας σελήνης
Υποθετικής.
Σε διάσταση με τον ήλιο.
Κι αν κοιμηθώ;
Κενή κι εγώ
Από την υπόστασή μου;
Ποιος θα υπολογίσει τότε τον ύπνο.
Των πραγμάτων.
Των εμπειριών.
Όλων των απουσιών μου στο τέλος;

*

ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Έχω μεταχειριστεί το όνειρο
Αυτού του δωματίου πολλές φορές.
Πότε στις σκιές
Υπολογίζοντας
Ιδέες χρωμάτων
Άλλων ιδεών.
Πότε στις γωνίες
Τις υποψίες μου
Ότι κι εσύ έχεις υπάρξει εδώ.
Στο κρύσταλλο των παράθυρων
Ραγίζοντας κάθε καθαρότητα.
Χωρίς την καθημερινότητά μου.
Έχεις κι εσύ μεταχειριστεί αυτό το όνειρο;
Είναι απόρρητος ο δικός σου καιρός.
Σαν κάποιο περιεχόμενο απόγευμα
Στο τελευταίο απόγευμα του κόσμου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, στα χέρια κρατάμε ένα τίποτα 

φτύνουμε στα λασπόνερα
κολυμπάμε στα βαθιά νερά
μιλάμε με τον εαυτό μας
αποκλειστικά και μόνο
η ανάκριση γίνεται σε βάθος
στα χέρια κρατάμε ένα τίποτα
τείνει να γίνει ένα τραυματικό κενό
ωστόσο ο καιρός είναι καλός
οι καταιγίδες πέρασαν
κι ο ορίζοντας τρέμει θεσπέσια
οι ουρανοί γεμίζουν μυστήριες βουές
κι εμείς από μικροί φαινόταν
ότι θα μεγαλώσουμε