Αφροδίτη Κατσαδούρη, από το “Κάρμα ιωδίου”

8

Πώς το ‘λεγε ο Γκόρπας; Θέλω να πάμε σ‘ ένα πανηγύρι και ν’ αγοράσουμε τα πάντα με τα μάτια. Έτσι ανασταινόμαστε κι εμείς, οι αιθεροβάμονες ρομαντικές και γκορπικές. Στα πανηγύρια, στα παζάρια, στις λαϊκές. Ένα μπουφάν από τρίτο χέρι να ζωντανέψει τη vintage ζεστασιά αλλοτινών δεκαετιών· μια πολυθρόνα με φθαρμένη από τα όνειρα του κατόχου της πλάτη να ξεκουράζει τα βλέμματα των περαστικών· ηρωικά δισκάκια πεταμένα κατάχαμα να παίζουν μυστικά ξεφωνητά τ’ αγαπημένα μας ρεφρέν, και κάτι που δεν αγοράζεται παρά νιώθεται ως γιατρικό: δεν έχω μεγαλύτερη απόδειξη ενοχής από το χέρι της γριάς τσιγγάνας πάνω στο βιβλίο με τα παραμύθια τα κλασικά.

15

Πνιγμένα μες στο άγχος των λευκών γραμμών λάμπουνε σε μισοσκότεινα δωμάτια, τροχίζουν τους παράμερους στην κόψη της σελίδας, παπαγαλίζουν στίχους, ιριδίζουν τεχνικές αφήγησης, βρίζονται απροσχημάτιστα με τα σχήματα λόγου, νευριάζουν με τον ποιητή που ακόμα -μετά από τόσα χρόνια- δεν ξέρει να πει τ ι θ έ λ ε ι, κρεμάνε τον μεταξωτό θυμό στις μεταξύ συνομιλίες τους, φοράνε μαύρα για να εξαφανίσουνε τη φρόνιμη ασφαλτωσιά του κόκκινου, κι αναρωτιούνται φωναχτά πού τους χρειάζεται στη ζωή η λογοτεχνία.

25

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σωθεί ή ν’ αποτρελαθεί ένας ποιητής. Π.χ. όταν η ένδειξη της ταμειακής στη δεύτερη δουλειά αναβοσβήσει ξεδιάντροπα: ΤΕΛΟΣ ΧΑΡΤΙΟΥ

*“Κάρμα ιωδίου”, εκδ. Κουκκίδα, 2026.

Παύλος Ανδρέου, Δύο ποιήματα

ΚΙΝΗΤΟ ΤΑΡΑΝΤΟΥΛΑ

Σκόνταφτα τρέχοντας
μπροστά από βιτρίνες
φίλτρων ευφορίας.
Ακόμη μια selfie
και στο φόντο
πλήθος τυλιγμένο αχλή.
Στην αρχή, νόμιζα πως είχαν γιορτή.
Έπειτα πένθος.
Εντέλει ιεροτελεστία
δηλητηριώδους επαφής.
Συνέρρεαν σε παράταξη.
Αντί στεφάνων
κουβαλούσαν φορτιστές.
Αντί κεριών
αναμμένους φακούς κάμερας.
Αντί ψαλμών
ήχοι ειδοποιήσεων
από πληκτρολόγια φορτωμένα:
ντιν-ντιν, βζζζ, ταπ-ταπ.
Ένας νεαρός φίλησε την οθόνη του
σαν ευαγγέλιο.
Μια γιαγιά άφησε κωδικούς
κλειδωμένους σε χαρτί τουαλέτας.
Ένα παιδί ύψωσε το tablet του
φωνάζοντας φανατισμένα: «Like!».
Το πλήθος ανταπέδωσε «Αμήν».
Ρώτησα δειλά: «Ποιον τιμούμε;»
Κανείς δεν μίλησε.
Μόνο συνένωσαν τα δάχτυλα
σχηματίζοντας
σταυρό από κεραίες Wi-Fi.
Ο δήμαρχος στο βήμα
με ένα σκεβρό χαμόγελο copy-paste
είπε: «Αγαπητοί μου συμπολίτες
ευλογημένη η αιώνια σύνδεση.
Ας μη μείνει ποτέ
καμία οθόνη κλειστή».
Τρόμαξα όταν έσκυψαν όλοι μαζί
και γονατίζοντας
άγγιξαν τη ραγισμένη πέτρα.
Πλησίασα ζουμάροντας
στον δισταγμό
την περιέργεια
τον φόβο.
Στο κέντρο υψωνόταν το άγαλμα.
Μεταλλικό.
Γυαλιστερό.
Με πόδια αράχνης
γαντζωμένα στην πλατεία ολόγυρα.
Μια επιγραφή αναβόσβηνε φωτίζοντας εμφατικά
το όνομα της θεότητας:
«Κινητό ταραντούλα».

*

ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΔΗΛΩΣΗ

Δεσμοφύλακας στα κάτεργα της ποίησης
ή, αν προτιμάτε, του λογοτεχνικού Αλκατράζ.

Τελευταία μου βάρδια:
Περίπολος στον διάδρομο βαρέων νοημάτων
προς καταμέτρηση στίχων αιτούντων άσυλο.
Κάπου εκεί ξεψύχησα.
Δεν ήξερα αν ο θάνατός μου
προήλθε από την πτέρυγα Άλφα ή Βήτα.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.

Στην Άλφα οι παλιότεροι:
Διάσημοι, αλλόφρονες, πρώην ιδεολόγοι
καπνίζουν άφιλτρα μελαγχολίας.
Βήχουνε Βάρναλη και Μαγιακόφσκι
πίνοντας επανάστασης σφηνάκια.
Η σιωπή τους μοσχοβολάει αυτοκτονία.

Στη Βήτα οι νεότεροι:
Ωραίοι, γυμνασμένοι, καθαροί.
Ευγενικά ψυχροί έως επηρμένοι.
Φωτογραφίζουν εαυτούς σχεδόν συγκινημένοι
φορτώνοντας ποιήματα στα φορτηγά των likes.

Εγώ, περιπολώντας στο προαύλιο των λέξεων
έβγαζα βόλτα τη ζωή μου με λουρί, ενώ
τα σαρωμένα συναισθήματα, ανέπνεαν αιθάλη.
Όλα γαλήνια κι απλά
μέχρι που κάτι ανεφλέγη στο σκοτάδι.
Έμοιαζε στίχος. Διόλου τεχνητός. Ολοζώντανος.
Δεν είδα από ποια πτέρυγα δραπέτευσε
μα ήρθε καταπάνω μου στοχεύοντας με ακρίβεια
το κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί καρφώθηκε και έμεινε για πάντα.

Αν με ρωτήσετε για τον φονιά
ούτε ο χρόνος ήταν ούτε η θητεία
στους διαδρόμους της επίγειας κόλασής μου.
Ο δολοφόνος μου ήταν ένας στίχος.
Γυμνός, αληθινός, αλαργινός.
Ο πρώτος που δεν γράφτηκε για το κοινό.
Ο μόνος που έβαλε την ψυχή μου στο σημάδι.

Έτσι σημείωσα στο βιβλίο υπηρεσίας:
«Μπορεί η ποίηση να διασπείρει πλέον
χιλιάδες λόγια τεχνητής νοημοσύνης
μα κάποτε, έστω για μια στιγμή
υπαγορεύει συνείδηση θανάτου».

*Από τη συλλογή «Κινητό ταραντούλα», εκδ. Θράκα, 2026.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, OOOO Tempora

Οι σκέψεις μου αν και μαζί ξεκινούν
σκορπίζουν στο δρόμο σε γλώσσες ξένες
κάποιες τις εκτοξεύει ο θυμός ψηλά
και γίνονται κοράκια στις σκεπές σας
άλλες πέφτουν σε δρόμους δύσβατους
και χάνονται μέσα σε πλήθη που μόλις τέλειωσαν με
εθνικές παρελάσεις,
και ρούχα αλλάζουν για να ξαναρθούν
σαν νέοι ελευθερωτές, πιο επίκαιροι
στο τραπέζι φαίνονται μόνο τα χέρια
αυτού που μοιράζει την τράπουλα
δεν φαίνεται καθόλου το ψωμί
καθόλου η πίτα
καθόλου η ήττα
καμία πληροφορία σε ποιόν έπεσε το νόμισμα
ο άνεμος αστειεύτηκε με τη μέρα
της πήρε το γιορτινό καπέλο
αποκαλύφθηκε η ετικέττα
Πιλοποείο ΑΦΟΙ ΤΑΔΕ.
Οπως υπέθεσα ντεμοντέ.
Οι καλεσμένοι στην εξέδρα
βρέχονται από βροχή και από το φτύσιμο των νεκρών αφανών ηρώων
Πριν συστηθούν θα στεγνώσουν τα ρούχα
και τα χαμόγελα τους

θα μιλήσουν καρφώνοντας τις λέξεις στην αιωνιότητα
κι ότι ακούω το έχω ξανακούσει
και ότι βλέπω το έχω ξαναδεί
και κάπου κάτι ψήνεται
το προδίδει ο αέρας
μα όλοι οι φιλαλήθεις το κρύβουν επιμελώς
πίσω από μια φρέσκια μπούκλα .
Θα μιλήσουν καρφώνοντας τις λέξεις στην αιωνιότητα
θα παραγγείλουν ποιήματα από γειτονικά ζαχαροπλαστεία
Και θα επιστρέψουν στα καθήκοντα τους όλοι
ακόμη κι αυτοί που μας ενημέρωσαν
ποιες φορούσαν μπλε και με τι γόβες.
Η μέρα θα μου μείνει στα χέρια
θα λιώσει από έλλειψη φαντασίας

δε θα βρει στασίδι να λειτουργηθεί
να παρακολουθεί το θυμό μου αναμμένο.
Τα χέρια στο τραπέζι παραμερίζουν ξανά περιφρονητικά το ψωμί
θα μοιράσουν τώρα πάλι την τράπουλα.

Κατερίνα Φλωρά, Θερινό αντάμωμα

Artwork: Mary Raphael

Χαμόγελο χωρίς σκιά βλέμμα μειλίχιο
διαλύει το γκρίζο που ολόγυρα ζυγώνει
τη φλύαρη ανοησία που άθελα μας περιβάλλει

Ο δρόμος γνώριμος πιο μακρύς σαν την πρώτη φορά
πιο οικείος σαν το τώρα που κοντεύω στο τέρμα

Αντάμωμα αγαπημένο μας περίμενε
θαλπωρή που δεν μας ξάφνιασε
μα την είχαμε ανάγκη σαν την αρχική στιγμή

Βερονίκη Δαλακούρα, Μύηση

ΟΥΤΕ ΓΚΑΣΜΠΑΡΑ ΣΤΑΜΠΑ ούτε καν μία Μαρίνα έτσι όπως ανοίγει τις εξώπορτες των πορνείων, στείρα, ν’ ακούσει τις ιαχές της γονιμότητας. Μέρες του χασισέλαιου, νύχτες του τρυπημένου πνευμονιού, ο μολυσμένος άντρας κοιμάται αμέριμνος δίπλα της, Αμετάκλητα έκτος αφού η ιδιότητα του ποιητή προϋποθέτει δστην εξοικείωση με τη σύγχυση. Όμως Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;

*Από τη συλλογή «Άγρια Αγγελική Φωτιά», εκδ. Άγρα, 1997.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΜΟΥ

Γι’ αυτό σου λέω.
Μην τις λυπάσαι
τις πληγές μου
σημάδια είναι.
Να με αναγνωρίζει
η αγάπη μου
όταν – κατά καιρούς –
χάνομαι.

*

Η ΔΙΚΗ

Έπαψα να διαβάζω γράμματα
λόγια κι υποσχέσεις
αδιάφορο με βρίσκουν.
Τώρα πια
άηχες φωνές
και ταπεινά σημάδια
με οδηγούν
στην κάθαρση της δίκης.

*

ΣΚΕΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Ένα βράδυ θα με πάρει ο ύπνος
με το τσιγάρο αναμμένο παρανάλωμα
όλα θα γίνουν ποιήματα
ασπρόμαυρες φωτογραφίες τραγούδια
όσο γρήγορα κι αν φτάσουν οι πυροσβέστες
δεν θα προλάβουν την στάχτη μου
να εγκλωβίσουν
χαράματα σύννεφο θα γίνω
και μια βροχή σκέτο παράπονο
ν’ ανθίσεις

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Απ’ τες εννιά

Ανδρέας Γεωργιάδης, Πορτραίτο του Κ.Π. Καβάφη

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.

Νίκη Κωνσταντοπούλου, Τρία ποιήματα

Ο ΦΙΛΟΣ

Έχω έναν φίλο στην παραλία.
Με περιμένει κάθε φορά.
Με ελέγχει. Με παρακολουθεί όσο κάνω μπάνιο.
Με περιμένει.
Έχω έναν φίλο στην παραλία.
Δεν ξέρω ποιος είναι,
από πού έρχεται,
τι έχει ζήσει πριν από μένα.
Αν έχει οικογένεια,
αν έχει φάει,
αν πεινάει.
Δεν μου λέει τίποτα.
Μόνο κοιτάζει ήσυχα κι ύστερα
κάνει βόλτα και φεύγει.
Την τελευταία φορά
του παρήγγειλα ένα τοστ
και ήμουν έτοιμη
να του πάρω και νερό,
αλλά χάθηκε.
Καλύτερα, ίσως, σκέφτηκα.
Καλύτερα, πριν δεθώ και νιώσω
οποιαδήποτε ευθύνη.
Δεν τον ξανάδα.
Έκτοτε, όμως, μόνο εκείνο τον φίλο
Σκέφτομαι.

*

ΣΥΓΧΥΣΗ ΣΟΣΙΑΛ

Διαβάζω:
Δηλητηρίαση αντί για διατήρηση,
επίλογος αντί σύλλογος,
κατεδαφιστεί αντί καταστεί,
κατάσκοπος αντί κατάκοπος,
έκτρωση αντί για έκπτωση,
δουλικά αντί για διαλυτικά,
φτύνουν αντί φτάνουν,
αποσύνθεση αντί για επιπλοσύνθεση,
μισήσαμε αντί για μιλήσαμε.

Το μέσο με ρωτάει: Niki, τι σκέφτεστε;
Σκέφτομαι: Σ’ αυτό το μακελειό λέξεων, τι θ’ απομείνει;

*

ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ

Απ΄ το παράθυρό μου
βλέπω τα φθινοπωρινά φύλλα να πέφτουν.
Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση,
τόσο διακριτική που μόλις την προλαβαίνει το μάτι,
που καταλήγει στο χώμα τόσο απλά,
μ’ αυτό το ελαφρύ λίκνισμα στον αέρα
είναι ποίηση.

*Από τη συλλογή “Νέος τόπος”, εκδ. βακχικόν, 2026.

Edgar Lee Masters, Knowlt Hoheimer

I was the first fruits of the battle of Missionary Ridge.
When I felt the bullet enter my heart
I wished I had staid at home and gone to jail
For stealing the hogs of Curl Trenary,
Instead of running away and joining the army.
Rather a thousand times the county jail
Than to lie under this marble figure with wings,
And this granite pedestal Bearing the words, “Pro Patria.”
What do they mean, anyway?

Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Missionary Ridge.
Σαν ένιωσα το βόλι να μου τρυπά την καρδιά
πόθησα να βρισκόμουν στο χωριό μου και στη φυλακή κλεισμένος
επειδή έκλεψα τα γουρούνια του Curl Trenary,
κι όχι να το ‘χα σκάσει και να γινόμουν στρατιώτης.
χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή
παρά να βρίσκεσαι κάτω από τούτη τη φτερωτή μαρμάρινη μορφή
και το γρανιτένιο τούτο βάθρο
με την επιγραφή ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
Τι σημασία έχουν όλ’ αυτά τέλος πάντων;

*Μετάφραση: Σ.Κ. Η ελληνική μετάφραση του ποιήματος δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13 (V- 1997) του δελτίου “για μια αναρχοκομμουνιστική και κοινοτιστική ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ”. Το αγγλικό πρωτότυπο παρατίθεται από εμάς.

A.D. Winans, Woman on the balcony / Η γυναίκα στο μπαλκόνι

I see her two
three times a week
sitting on the balcony
when weather permits
here in old Italy town
in what is left of North Beach
her robe slightly parted
thumbing through the pages of a book
taking no notice of the people down below

standing to stretch, she yawns
legs like sturdy pillars that stretch
to reach the sky into the boundaries
of my mind
my eyes begging to read the pages
she turns with sensual fingers
wanting just one quick look
one intimate journey into the pages
into the space between the
parting of her robe
a journey to forbidden places
a flight back in time
to another place another world
high on a balcony where
I too ignore the
people coming and going
down below

Την βλέπω δύο
τρεις φορές την εβδομάδα
να κάθεται στο μπαλκόνι
όταν ο καιρός το επιτρέπει
εδώ στην παλιά ιταλική πόλη
σε ό,τι έχει απομείνει από το North Beach
με τη ρόμπα της ελαφρώς ανοιχτή
να ξεφυλλίζει τις σελίδες ενός βιβλίου
χωρίς να δίνει σημασία στους ανθρώπους από κάτω

σηκώνεται για να τεντωθεί, χασμουριέται
τα πόδια της σαν στιβαροί πυλώνες που τεντώνονται
για να φτάσουν στον ουρανό, στα όρια
του μυαλού μου
τα μάτια μου ικετεύουν να διαβάσουν τις σελίδες
που γυρίζει με αισθησιακά δάχτυλα
θέλοντας μόνο μια γρήγορη ματιά
ένα οικείο ταξίδι μέσα στις σελίδες
μέσα στο κενό ανάμεσα στο
άνοιγμα της ρόμπας της
ένα ταξίδι σε απαγορευμένους τόπους
μια πτήση πίσω στο χρόνο
σε έναν άλλο τόπο, έναν άλλο κόσμο
ψηλά σε ένα μπαλκόνι όπου
και εγώ αγνοώ τους
ανθρώπους που πηγαινοέρχονται
από κάτω

*Δημοσιεύεται εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/woman-on-the-balcony

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης