Κατερίνα Γκιουλέκα, Δύο ποιήματα

Τολμώ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χούντα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες· ποτέ
να μην το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι
-να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

*

ΣΟΥΡΟΥΠΟ – ΒΡΑΔΥ-ΝΥΧΤΑ
ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει
«Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!»

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.

Νίκος Σφαμένος, ένα ποίημα

ο μαθητής της πρώτης
δημοτικού
έκρυβε συνεχώς
το πρόσωπο του
την ώρα που οι
συμμαθητές του
κοιτούσαν
το νέο σχολείο
εκείνος
βρήκε μια απόμερη
γωνιά
και κρύφτηκε
το ρολόι κόλλησε ξαφνικά
κι εγώ
χωρίς να ξέρω πως
θυμήθηκα
όλους τους απροσάρμοστους
τους ξεχασμένους
της ζωής
να δακρύζουν μόνοι
στα ξηρά
αλλά αγιασμένα τους
καταφύγια

*Σεπτέμβρης 2021, αγιασμός στο Δημοτικό Σχολείο Κεραμείου Λέσβου.

Charles Bukowski, Εξομολόγηση γι’ αυτούς που δεν ανασαίνουν στις κηδείες

το γουρούνι τσακώνεται γιά
το μέγεθος τοῦ ἥλιου
καί χίλια μηδενικά σάν μέλισσες
προσγειώνονται στο δέρμα μου κι
ἡ ὀνοματολογία τῶν κραυγῶν μου
σ’ ἕνα μικρό δωμάτιο
κουβαριάζεται σ᾿ αὐτές τις λύσεις:
γερτυιοπά
αστφκχζκλι;
ζξσβμπνμ,./! –
ἕνας κοκαλιάρικος στρατός
σούπα ἀπό κόκαλα σκουπιδιῶν
αὐτή ἡ σπαταλημένη μπογιά!
μᾶς λήστεψαν δίχως
ὅπλακομματιαζόμαστε σάν σανίδια καί
τριζόνια.
κομματιαζόμαστεκρατῶ ἕνα πεθαμένο λουλούδι στον ἥλιο.
εἶν᾿ εὔκολο.διασχίζω παλιά δωμάτια καί θαυμάζω τόν Μπαλζάκ.
80 μυθιστορήματα και τώρα εἶναι νεκρός καθώς στέλνω ἕνα μικρό ποίημα στή Νέα
᾿Ορλεάνη καί τό ξετυλίγεις καί κοιτάζεις τόν ἐραστή σου’
καὶ δὲν εἶμαι ὁ ἐραστής σου
καί δέν εἶμαι κανενός ὁ ἐραστής
ψάχνω τόπους γιά νά πετάξω σερπαντίνες μαύρων φιλιῶν
ἀπό σκίουρους. ἡ ὥρα εἶναι 8 νύχτα ἤ πρωί. μόλις γύρισα.
τό σύστημα με συνθλίβει και ξεντύνομαι.

*Από το βιβλίο «Μπουκόβσκι: Επιλογή από το έργο του» (Εκδόσεις Η Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980). Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανός.

Μαρουσώ Αθανασίου, Η βέρα της είναι φοβερό πράγμα

βαριά θηλιά κι αδύναμο το δάχτυλο
σκαρφαλώνει από τον παράμεσο του αριστερού χεριού
αλλάζει χέρι
κι ύστερα κρύβεται στην τσέπη της ζακέτας.

-ξεχνιέται

κάθε τόσο χορεύει με τον δείκτη και τον αντίχειρα
τον μέσο

τον μικρό

-αφήνεται στο κομοδίνο

τα μάτια ακολουθούν τις διαδρομές
χαϊδεύουν το ασήμωμα που ξέφτισε
που τίποτα δεν λέει αλλά σημαίνει

η βέρα της που είναι χρυσό Πράγμα

η βέρα που είναι Πράγμα στο συρτάρι

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εκατό και είκοσι φωνές”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025.

Γιώργος Αναγνώστου, Αφιερωμένο στις σκοτωμένες γυναίκες εργάτριες

(με αλληλεγγύη και για την εργατική τάξη στη διασπορά)

Η φωνή μου φωνές μας
Πανταχού παρούσα
η απουσία μου
κάθε στιγμή που
φίνα φοντάν ξετυλίγετε
ή και αλλιώς
παιχνίδια για τα παιδιά σας
ξεφτέρι έχω γίνει στο περιτύλιγμα
––«your fingers, magic»
ο γλοιώδης εργοδότης …
αλλά ακόμη και στην οικονομία
του σούσι θα με βρείτε
ναι του σούσι
όταν λιώνει στο στόμα σας
γεύεστε τη πειθαρχία μου
完璧
kanpeki / περφέξιον / teleiotita
––συνθήκες απαίτησαν
και ακριβώς γι αυτό
λουσμένη με αίματα η κολλητή μου
portion cutting το λένε
σε περίπτωση που δεν γνωρίζετε
στα παϊδάκια που ξεκοκαλίζετε
ξεδιάντροπα σε selfie
να στάζουν λίγδα στο fb
πανταχού παρόν
το εξαντλημένο της κορμί
Η φωνή μας
στα check out των σούπερ μάρκετ
«178.56 is your total»
στου mall την ανακοίνωση
lost & found
ανακουφιστικός επιβεβλημένα ο τόνος
––πέπλο στον πόνο
που με σφάζει από χθες
Χείμαρρος στη φωνή
της σερβιτόρας
«enjoy»
«can I get you anything else»?
συνταγή φράσεων
eggυημένη
––σε αναζήτηση καθημερινής ποίησης
και ακόμα
Στο χαμόγελο όταν
σας προσφέρω τη μορταδέλα
«is this how thin you like it sir?»
όπως ακριβώς την ζητήσατε
Η προφορά του toy
«thin or thick»?
––I amuse myself
Απούσα είμαι
αόρατη μπροστά σας
δεν με βλέπετε
φάντασμα
πού μένω
pως τα βγάζω πέρα
τι σκέφτομαι
––η χθεσινή έκρηξη πώς με γερνάει
ο φόνος φωνών
μιλήσανε ποιος ακούει ποιος ακούει
tι ψηφίζω
τι καταριέμαι
από που ψωνίζω
το εβδομαδιαίο μπάτζετ
αγώνας δρόμου αγωνία
––Ι «cut γωνίες»* όπου με παίρνει
πώς κατέληξα εδώ
κάθε βράδι
σε τι νότες τσιρίζει η εξουθένωση
στης λεκάνης το ζεστό νερό
––βουλιάζει το παράπονό μου
Η «υποκειμενικότητά» της
έπιασε κάπου το μάτι μου
ίσως σε κάποιο μελέτημα
από τα δικά σας
δεν θυμάμαι
που και που τα ξεφυλλίζω
στο κινητό στο μετρό στο τραμ
ταμάμ λέω αν μου αρέσει η φωνή σας
αγαπημένη του παππού η λέξη
η Ελλάδα μ’ έχει τραγουδήσει
είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά
όμως εσείς εδώ
μας ξεχνάτε ξεχνάτε ξεχνάτε
your money ate us ate us ate
την ύπαρξη μας
τα ποπ τα όπα
στον «έρωτα που άλλο δεν αντέχω»
ας είναι καλά
ο Γρηγόριος ο Ερευνητής
Υπάρχω τώρα
κάπου 15% πιο πάνω από τον πάτο
των 8% σε near poverty
Υπάρχουμε
στις στατιστικές του
αναλύσεις
%%%%%%%
εκεί ελλοχεύουν ίσως
κάποιες λύσεις
––αχ με πιάνει το μεράκι
φέρε Θοδωρή την πολύτιμη ρακί
και ανθρωπολόγο τρυφερά
να μας ρωτήσει
πόσο κόστισε εκείνη
η επώδυνη ραφή
Η φωνή να ακουστεί
πόσες οκάδες κούρασης
χώρεσαν
στο λαμπερό παλτουδάκι
για το χρυσό μου Ελενάκι
την Ελενίτσα μου
for her name day, you know, αμέ!
να χαρεί κι αυτό μια μέρα
να πλέει στο σωματάκι του
το διάλεξα
άσμα πλεονάσματος
τα μέτρα της οικονομίας
να καταργήσει για χάρη της ημέρας
––να φορεθεί και του χρόνου
ομολογώ το σκέφτηκα
πριγκίπισσα όμως με τίποτα δεν την ντύνω
με μαγικό ραβδάκι το Μίδα να φλερτάρει
αγωνίστρια τη θέλω
τις φιλανθρωπίες να απεχθάνεται
στα zip code του Μαν Αχ ταn
τις γκαλά με τα καλά τους
τα παπιγιόν τα ρεβεγιόν τα σκατογιών
τις τουαλέτες τις χρυσές σερβιέτες
δομικές αλλαγές απαιτώ
μια ρεμπέτισσα παλιάς κοπής ζητώ
το αχ σκοτεινής φωνής
λεπίδα να κόβει
του χρόνου τις ρωγμές
δύσκολου ξημερώματος
την οργή μας οργιές
σε νέα βάθη να βυθίζει
από μέσα της να τραγουδώ
ενώ διαδηλώνω
της τάξης μου τα δίκαια να διεκδικώ.

*Σημείωση cut corners: τρόποι να εξοικονομηθεί χρόνος ή χρήμα.

Λευτέρης Πούλιος, Τρία ποιήματα

Έργο του Τάσου Μαντζαβίνου

4
Αυτοί οι μονότονοι ήχοι
είναι της πολιτείας το τραγούδισμα
με τ’ ουρανού τον αντίλαλο.

Στ’ αυτιά μου ένα συνεχές μούρμουρο
της ασέλγειας των μηχανών

και συντροφεύει
την ύπαρξή μου

5
Μεσάνυχτα στο δωμάτιό μου
έξω ακούγεται ο αργός βηματισμός
της αντάρτισσας άνοιξης.
Θρυμματίζομαι στην πίεση μιας σκέψης
φωνή από κάπου μακριά
συντροφευμένη με αγρύπνια.

Δεν έχω είμαι ούτε όνομα
δεν έχω κορμί ούτε πνεύμα
κλαίω σιωπηλά τη γη μου.
Καλώ μια ζωή με μόχθο και θλίψη
πίσω απ’ το σκοτάδι.

6
Ένα τραγούδι απόψε υψώνεται
από τα βάθη μιας ερημικής καρδιάς.

Ύφος χαμόγελο και λευτεριά
αυτό το πηγαίο.

Μόνος χωρίς αγάπη ή θάνατο
γυμνός, σκοταδιού τέλμα.

*Από τη συλλογή “Αντί της σιωπής”, σε ζωγραφική Τάσου Μαντζαβίνου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993.

Λεμονιά-Μόνικα Αβαγιάννη, Γυναίκα

Γεννήθηκες τη μέρα της ελευθερίας
για ευχές φορτώθηκες
βιώματα και πάθη.
Μάνας, γιαγιάδων, προγιαγιάδων.
Ιστορίες άκουγες, με μάτια ανοικτά
που έκλειναν, να κρύψουν ένα δάκρυ.
Κέντησαν στην ψυχή
προικιά αναστεναγμούς
και ξόρκια ανομημάτων.

Γυναίκα!
Οποίο κομματιασμένο.
Μέλη φιλήδονα φυλαγμένα.
Αλλού πεταμένα
ασύμμετρη απειλή
Κυνηγημένη προσφύγισσα
πατριαρχικών πολέμων.
Πόθος ακάλεστων νταβατζήδων
και νάρκισσων κακοποιητών.
Φάρος, φωτίζεις το όνειρο
φυλακισμένων κοριτσιών.

Γυναίκα.
Μάνα.
Αδελφή.
Το χέρι δώσ’ μου

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εκατό και είκοσι φωνές”, Εκδόσεις Καστανιώτης, 2025.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αγκαλιαστείτε, γιατί χανόμαστε… !!!

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, τη χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Valère Novarina, ένας κινούμενος-δρών απόηχος του Antonin Artaud

Ένας άνθρωπος διαπερασμένος από τις λέξεις πριν ακόμη τις καταλάβει. Ένας έφηβος καταβροχθισμένος από τη λογοτεχνία, κατασπαραγμένος από φράσεις υπερβολικά μεγάλες για εκείνον. Ο Lautréamont πέφτει επάνω του σαν βροχή από μαχαίρια. Ο Rimbaud του ανοίγει το κρανίο. Ο Baudelaire του μαθαίνει πως η γλώσσα είναι ένα αργό και απολαυστικό δηλητήριο.

Εισέρχεται λαθραία στον σουρεαλισμό. Όχι μέσω σχολής, αλλά μέσω οικογενειακής μόλυνσης. Διότι η γλώσσα, σε εκείνον, έρχεται και από το αίμα. Η θεία του, Madeleine Novarina —αδελφή του πατέρα του— είχε παντρευτεί τον Sarane Alexandrian. Το σπίτι γνώριζε τις λέξεις που εκρήγνυνται, τις φράσεις που περπατούν πάνω στους τοίχους, τη σουρεαλιστική ομάδα ως συλλογική αναπνοή. Εκεί δεν μιλούσαν κανονικά: μιλούσαν αλλιώς.

Και ύστερα μια μέρα — μια μέρα παράκαμψης, μια μέρα εκτροπής — ο Antonin Artaud εισέρχεται στη ζωή του:

«Ήθελα να κάνω μια διατριβή πάνω στον Roger Vitrac και ένας φίλος μου είπε: θα έπρεπε να δεις τον Antonin Artaud. Εκείνη την εποχή υπήρχαν ελάχιστα πράγματα γι’ αυτόν. Τον ανακάλυψα, ήταν πολύ ενδιαφέρον, και έζησα έναν χρόνο διαβάζοντας μόνο αυτό. Έπειτα, δεν τον ξανάνοιξα ποτέ». (Valère Novarina, Dans la bibliothèque de Valère Novarina, France Culture, 4 Αυγούστου 2025)

Το 1964, ο Valère Novarina, υπό την επίβλεψη του Alain Virmaux, στη Σχολή Γραμμάτων της Nouvelle Sorbonne, γράφει μια εργασία με τίτλο: «Antonin Artaud, θεωρητικός του θεάτρου». Μεταγράφει την ορμή του σκηνοθέτη Artaud μέσα από τις σημειώσεις του Roger Blin, που εκείνος κρατούσε κατά τις πρόβες των Cenci. Συνδέεται με αυτή τη δύναμη που θα τον καταδιώκει σε όλη του τη ζωή.

Στο Antonin Artaud, θεωρητικός του θεάτρου γράφει:
«Το θέατρο δεν είναι ένα επεισόδιο της ζωής του, ούτε καν μια καριέρα· είναι ένα καταβροχθιστικό πάθος: το θέατρο γίνεται η ίδια του η ζωή».

Και προσθέτει:
«Το Θέατρο της Σκληρότητας τα καταστρέφει όλα: ο σκηνοθέτης δημιουργεί για να κάψει αμέσως, ο ηθοποιός δεν παύει να αυτοαναιρείται· ο ήχος, η χειρονομία, το φως φαίνεται να υπακούουν σε έναν παράλογο ρυθμό όπου η άρνηση διαδέχεται αμέσως την κατάφαση. Η αντίφαση μοιάζει να είναι ο κανόνας του Θεάτρου της Σκληρότητας».

Ένα θέατρο που οικοδομείται αρνούμενο τον εαυτό του, που προχωρά καταναλώνοντας τον εαυτό του, που καταφάσκει μόνο καταστρέφοντας αυτό που μόλις έθεσε. Από εκείνη τη στιγμή, η ίδια η ζωή δεν μπορεί πια να μείνει εκτός σκηνής. Ο Novarina συμπληρώνει τότε:
«Αν τα εξετάσει κανείς πιο προσεκτικά, μπορεί να αναρωτηθεί αν ο Artaud ο Ταξιδιώτης, ο Artaud ο Προσκυνητής, ο Artaud ο Momo δεν είναι μορφές του ηθοποιού Antonin Artaud, αν τα ταξίδια, και ίσως ακόμη και η τρέλα, δεν είναι γι’ αυτόν ένας άλλος τρόπος να κάνει θέατρο, να ζήσει το θέατρο. (…) Μια ζωή όπου όλα μοιάζουν θέατρο, ένα έργο όπου το θέατρο είναι τα πάντα. Ούτε μία σελίδα των γραπτών του, ούτε ένα γεγονός της ζωής του που να μην έχει κάτι το θεατρικό: ο Artaud είναι το ίδιο το θέατρο».

Όμως ο Novarina θα πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον Artaud — ακριβώς τη στιγμή που θα πάψει να γράφει για τον Artaud, που θα εγκαταλείψει το όνομα, θα βυθιστεί στο σώμα των λέξεων, θα χαθεί εκεί, αφήνοντας τη γλώσσα να μιλήσει στη θέση του. Ίσως να μην φλεγεί όπως ο Artaud, αλλά θα μαγνητιστεί από μερικές σπίθες της φωτιάς που τον έκαιγε. Τότε, στα όρια των δυνατοτήτων του, θα αναδυθούν φευγαλέες λάμψεις αποσπασμένες από το Είναι (την πηγή κάθε ποίησης) — και όχι πια από το εγώ του: η λογοτεχνία δεν θα είναι πλέον άσκηση ευφυΐας, αλλά θεραπεία ηλιθιότητας, επιστήμη της άγνοιας. Και αυτή η ταπεινότητα μπροστά στο μυστήριο του λόγου είναι που καθιστά το έργο του ζωντανό, οργανικό, ικανό να αναζωογονήσει το σώμα.

Και πώς να μη σκεφτεί κανείς τον Artaud όταν παρασύρεται μέσα στο La Clef des langues, ανάμεσα στα 636 σχέδιά του και στα κείμενα-αναπνοές, στις σκέψεις-αστραπές στα όρια της γλωσσολαλίας, που σκανδαλίζουν, χτυπούν, εκφωνούν — πράξεις, εκφωνήσεις, αναδύσεις φωνής:
«Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο πολλαπλό. Την ημέρα που θα γίνει ένα, η ανθρωπότητα θα εξαφανιστεί».

Ή ακόμη:
«Ω κόσμε! Σταμάτα να μας αριθμείς αμέσως μετά το τέλος! Κλείσε ως και τις χίλιες τρεις φορές θλιμμένες μπομπίνες των φόβων μας… Να αναπαραστήσουμε τον άνθρωπο; Όχι! Να τον απο-αναπαραστήσουμε: να του πούμε να μπει αποσπασμένος από τον εαυτό του, αρπαγμένος, απομακρυσμένος! όχι από εδώ! Να εμφανιστεί τώρα μπροστά μας ασωματικός, σε αντιψυχία, αποσωματωμένος, χίλιες φορές λυμένος, αποϋφασμένος, απο-γραμμένος, ανώνυμος / ο ά-άνθρωπος, να δοθεί».

Ή ακόμη, ακόμη:
«Η πρωτομονομονοτοπορωτοτουρμποπροωθητική κοντά στην Αγία Έδρα» που δεν εμφανίστηκε, ή ακόμη, ακόμη, ακόμη:
«Ο Michelet πετάει: “Ο Θεός του κόσμου είναι η λοταρία”, ο Schelling ορίζει το είναι του Θεού ως αυτό που εκτείνεται στην έκταση, αυτό που αρνείται μέσα στο αποκλεισμένο, ο Artaud ουρλιάζει “Ο Θεός είναι ον; Αν είναι, είναι σκατά”, ο Leibniz απαντά ότι “Ο Θεός είναι ο ελλείπων καθυστερημένος του απόντος είναι”».

Ίσως να μην υπάρχουν ακόμη οι φρικαλεότητες του Artaud, αλλά το πνεύμα είναι εκεί.

Και ύστερα υπάρχουν Le Vrai sang, L’envers de l’esprit, Vous qui habitez le temps, L’Équilibre de la croix, οι θεατρικές του σκηνοθεσίες, διότι για τον Valère Novarina:
«Το να μιλάς δεν είναι να επικοινωνείς. Το να μιλάς δεν είναι να ανταλλάσσεις και να παζαρεύεις ιδέες, αντικείμενα· το να μιλάς δεν είναι να εκφράζεσαι, να δείχνεις, να τεντώνεις ένα φλύαρο κεφάλι προς τα πράγματα, να διπλασιάζεις τον κόσμο με έναν απόηχο, με μια ειπωμένη σκιά· το να μιλάς είναι πρώτα απ’ όλα να ανοίγεις το στόμα και να επιτίθεσαι στον κόσμο με αυτό, να ξέρεις να δαγκώνεις». (Valère Novarina, Devant la parole)

Όπως ο Artaud, ο Novarina γράφει με το αυτί, εξερευνώντας έναν ενσαρκωμένο λόγο. Όπως ο Artaud, η ζωγραφική του είναι ριγμένη, «κοντά στη χειρονομία του ηθοποιού». Η γλώσσα του είναι σάρκα πριν γίνει εικόνα.

«Το να μιλάς είναι να βιώνεις την είσοδο και την έξοδο από το σπήλαιο του ανθρώπινου σώματος σε κάθε αναπνοή». Μια λεκτική δυναμική. Ένα ταξίδι της σάρκας.

Και πώς να μη σκεφτεί κανείς τον Artaud όταν ο Novarina σκέφτεται τον ηθοποιό στο L’envers de l’esprit ως έναν «αθλητή της υλοποίησης, της ενσάρκωσης χαμηλότερα και πιο συγκεκριμένα από τη σάρκα και μέχρι την άφωνη ύλη». Όταν ονομάζει ένα από τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου «Pour en finir avec le sacré».

Πώς να μη σκεφτεί κανείς ακόμη τον Artaud όταν γράφει στο Le Théâtre des paroles: «Και η ιστορία του θεάτρου, αν θέλαμε επιτέλους να τη γράψουμε από την πλευρά του ηθοποιού, δεν θα ήταν η ιστορία μιας τέχνης, ενός θεάματος, αλλά η ιστορία μιας μακράς, βουβής, πεισματικής, επαναλαμβανόμενης, ανολοκλήρωτης διαμαρτυρίας ενάντια στο ανθρώπινο σώμα. Είναι το μη ορατό σώμα, το μη ονομασμένο σώμα που παίζει, είναι το σώμα του Εσωτερικού, είναι το σώμα με όργανα».

Πώς να μη σκεφτεί κανείς τον Artaud όταν ο Valère Novarina απαντά στον Philippe di Meo, στο Furor, το 1982: «Το να φτιάχνω βιβλία δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που αναζητώ είναι η εμπειρία, η δοκιμασία, η άσκηση. Όμως δεν πρόκειται καθόλου για λογοτεχνία έρευνας, εργαστηρίου, αλλά για μια βιολογική εμπειρία πάνω στον εαυτό μας, μια επέμβαση στο ζωντανό μας σώμα. Ακούω την κωμική ύλη, ακούω τις γλώσσες να κυκλοφορούν αλλιώς, επινοώ ένα νέο σώμα, καταστρέφω την εικόνα μου ως ανθρώπου, γίνομαι ένα σώμα γλώσσας, ένας μεταλλαγμένος κωμικός».

Στο εξαιρετικά πλούσιο άρθρο της Artovarina-Novarinarto, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 176 του Littérature, η Evelyne Grossman υπενθυμίζει αρκετές αναφορές στον Valère Novarina: το Sotteville-lès-Rouen στο L’Acte inconnu, τη λαμπρή «σύμβουλο των Νέων Αποκαλύψεων του Είναι», καθώς και τη μορφή του Ci-Gît στο Le Discours aux animaux.

Μετά την εργασία του για τον Artaud, ο Novarina δεν θα ασχοληθεί πια άμεσα μαζί του, όμως η παρουσία του δεν θα πάψει να δρα. Επανεμφανίζεται καθαρά όταν συμμετέχει στο συνέδριο Les Routes d’Artaud, που πραγματοποιήθηκε στη Μασσαλία στις 4 και 5 Νοεμβρίου 2011 στη Βιβλιοθήκη του Διαμερίσματος Bouches-du-Rhône, υπό τη διεύθυνση του Denis Guénoun. Σε αυτό το συνέδριο, στο οποίο συμμετείχε επίσης ο ανιψιός του Artaud, Serge Malausséna, ο Valère Novarina πρότεινε μια παρέμβαση και μια ανάγνωση με τίτλο L’Acteur sacrifiant.

Τι είναι λοιπόν ο Valère Novarina, αν όχι μια πολλαπλότητα συναρπαστικών μορφών και φωνών, αλλά και αυτός ο απόηχος του Antonin Artaud, που μας υπενθυμίζει την απτή —και όχι διανοητική— ουσία του μηνύματός του; Ένας απόηχος που μας χάρισε επίσης μερικές στιγμές γέλιου, λίγη ελαφρότητα, όταν αφηγήθηκε, μέσα από μια μαρτυρία του Roger Blin, ότι οι τεχνικοί του Pour en finir avec le Jugement de Dieu δεν κατάφερναν να συγκεντρωθούν από τα γέλια. Ευχαριστούμε, Valère Novarina, για όλα όσα μας διδάξατε — και κυρίως για τις εμπειρίες που μας προσφέρατε.

Προσωπική σημείωση του Roger Blin, γραμμένη κατά τις πρόβες των Cenci (1935) από τις υποδείξεις του Artaud, δημοσιευμένη από τους Alain και Odette Virmaux και πιθανότατα στοιχειοθετημένη από τον Valère Novarina.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://echoantoninartaud.com/2026/01/17/valere-novarina-un-echo-mouvant-operant-dantonin-artaud/?fbclid=IwY2xjawPY5OpleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeQUdFaT2uf25y8g8PIXnhCJZjlW5zdZ56Q-SJ8Helq1HihC5zZ7482qMiQH4_aem_aG4ozER8Pzk-praPd3RYyQ

Δημήτρης Τζάνογλος, Η βεράντα μου

Σήμερα σκούπισα τη βεράντα μου
Χάζευα απέναντι τον άδειο δρόμο
Το κουφάρι της Αθήνας
Στέκει περήφανο τον Αύγουστο
Παρουσιάζει την περηφάνια του
Και τον πλούσιο, μα άδειο
εσωτερικό του κόσμο.
Σκούπιζα για ώρα
Σκούπισα το δάσος του Βαρνάβα
Σκούπισα την Πεντέλη
Σκούπισα το Μάτι και την Εύβοια
Σκούπισα την Πάρνηθα και την Ηλεία
Τίποτα δεν έμεινε
Λάμπει η βεράντα μου.

*Από τη συλλογή “Μαγνητική ρουτίνα” Εκδόσεις Έναστρον, Νοέμβριος 2025.