Μαρία Κασσιανή Σ. Πανούτσου, Τρία ποιήματα

η γυναίκα του Λωτ μαρμάρωσε το παρελθόν

Δεν γυρνώ πίσω το κεφάλι.
Ξέρω πως, αν γυρίσω,
θα μαρμαρώσω το παρελθόν.

Ή θα ξεχάσω όλους του γένους
Τους δασκάλους, που σχεδόν
χωρίς αποτέλεσμα
δίδαξαν τον άνθρωπο.

Φτου, και πάλι φτου,
σε ό,τι και να κάνω,

Αφού ποτέ δεν θα χαρώ την κορμοστασιά του
Οδυσσέα· όχι του θαλασσόπνιχτου,
μα εκείνου του μπαρουτοφορτωμένου.

Αχ, φτου και πάλι φτου\
σε όλους τους δασκάλους του γένους.
Δεν μπόρεσαν να θυσιάσουν
ούτε έναν λεπτό από τη σύντομη ζωή τους
για να κάψουν όλα τα βιβλία του κόσμου.

Επιτέλους είθε όλα
να ξεκινούν από το σημείο μηδέν.
Αχ, αχ…
φτου και πάλι φτου σας.

*

Το τσίρκο

Α
Ω, Οδυσσέα,
εσύ, ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ήρωες,
κυματίζεις στο μυαλό μου,
πιότερο για το τέλος του ταξιδιού σου.
Ο Καβάφης σε ερμήνευσε καλά:
Το ταξίδι είναι η ζωή,
η κάθε ζωή,
και μόνο η ζωή.
Όλα τ’ άλλα είναι μια τσουλήθρα στον χρόνο.

Β
Ελάτε να δείτε τον Οδυσσέα,
ελάτε να δείτε, κόσμε, τον ήρωα Οδυσσέα.
Μην στριμώχνεστε,
όλοι θα μπείτε.
Βγάλτε το εισιτήριό σας
και ελάτε να ταξιδεύσουμε μαζί
στις περιπέτειες του Οδυσσέα.

Γ
Άκουγα τον ντελάλη και ξύπνησα.
Κοιμόμουν ανήσυχη,
ωσάν να
είχα διαπράξει ένα έγκλημα
σε προηγούμενη ζωή.
Έξω ήταν ακόμη νύχτα.
Χουχούλιασα και έκλεισα τα μάτια.
Σκεφτόμουν τον Οδυσσέα, νέο…
αιχμάλωτο…μόνο…
και ο Οδυσσέας μπορούσε να πεθάνει.
Ο Οδυσσέας πέθανε.

*

Δηλαδή εσύ είσαι εκτός,
έξω από την ζωή μου;

Αφιερωμένο

Δηλαδή εσύ είσαι εκτός,
έξω από τη ζωή μου;
-Κάποτε μου ψιθύρισες.

Όχι δεν είμαι.
-Σου τραγούδησα.

Όταν δεν θα υπάρχω πια,
θα λένε: «υπήρχε κάποτε…»
Για σκέψου, θα λένε για μένα
πως υπήρχα κάποτε.

Τι με κρατάει όρθια
ακόμη
είναι που σε αγάπησα,
που σε συνάντησα
Που σ’ αγαπώ
και για τον χρόνο αυτόν,
τον άδηλον,
ήμουν και είμαι
συνοδοιπόρος στ’ όνειρο.
Και πώς μπορώ ακόμη
να πονάω για σένα,
και να είμαι εντός της ζωής σου,
σε κάθε σου βλέμμα,
σε κάθε σου ήχο,
σε κάθε σου φόβο.
Σε κάθε σου ανάσα.

Όμως για να γίνει αυτό
όλα τα μωβ χρώματα
θα τα ξεριζώσω.
Πρέπει να μάθω μόνη μου
από την αρχή την αγάπη.
Για σένα μόνο.

Και νόμιζα πως με τον μύθο
την είχα στην τσέπη μου.
Μα όχι ξεγλίστρησε βουβά
και με παράτησε άκαιρη.

Μα τώρα ξέρω
και είναι σωστό
να κάνω μια ευχή,
μια προσευχή,
και μια νέα αρχή.

Viroqua Daniels, The Universal Strike / Η Οικουμενική Απεργία

Strike, workers, strike! Embrace all trades, all lands!
Your lowly place, Old System’s rotten bands.
Invite you change for one wherein you find
No stunting force for body or for mind.

Strike, workers, strike! Aye, aye! for FREEDOM first!
You MUST succeed if slav’ry’s chains, accurst,
You batter off and fling them rattling down.
Care not a straw for Power’s appeal or frown!

Strike, workers, strike Authority’s death blow!
His shams, and strength, and weakness boldly show;
His double face, his gross hypocrisy;
The blackness of “Blue Aristocracy!”

Strike, workers, strike! Aged Might’s histr’onic mask
Presume to rend! Though graceless be the task,
His tinsel strip, and hiss him from the stage,
And bravely dare his bluffing, bawling rage!

Strike, workers, strike against “the powers that be”!
With “ropes of sand” they bind you merrily.
‘Tis you, I say, can make them fall apart;
With FREEDOM’s balm, cure ev’ry chafing’s smart.

Strike, workers, strike! Not with a beastly lunge!
Prepare all crafts to make the fateful plunge!
Your backs to ghosts; they from the past are staiking!
Like freed men act! Away with sullen balking!

Strike, workers, strike! With purposeful intent!
Consult YOURSELVES! Let not your WILLS be bent
By dominance of bosses or of leaders!
They’re proven, all, a host of shameless bleeders.

Strike workers, strike for more than meagre wage,
Which may, the while, your stagnant lifeblood gauge;
A pittance, Might, reluctantly gives o’er,
Still driving you to multiply his store.

Strike, workers, strike for more than lessened hours
Of toil! Your rights? Full use of all your powers!
Your pay? THE EARTH! Ignore your one time masters!
Accept from them no promises, no plasters!

Strike, workers, strike! Then Poverty no more
On your advance shall slam and bar the door.
But name the hour, and, presto! ev’ry man,
Outcast, before, tears off the hated ban.

Strike, workers, strike! The Order of today
Is stale with age and foul with swift decay.
Will you still bow to worship ancestry,
When choice you have ‘twixt Freedom, Tyranny?

Strike, workers, strike! If “might makes right,”—
why, see!–
There is no power that can more mighty be
Than chainless men self-consciously advancing.
Oh! blissful truth! Is fiction more entrancing?

Strike, workers, strike! The world, if you but say it,
Is all your own. Use Custom but to flay it!
What can resist your free cooperation?
The Past is dead;–then welcome Innovation!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Αγκαλιάστε όλα τα επαγγέλματα, όλες τις χώρες!
Την ταπεινή σας θέση, τα σάπια δεσμά του Παλαιού Συστήματος.
Σας καλούμε να την ανταλλάξετε με μια άλλη, όπου δεν θα βρείτε
καμία δύναμη που να περιορίζει το σώμα ή το πνεύμα.

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Μάλιστα, μάλιστα! Πρώτα η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!
ΠΡΕΠΕΙ να πετύχετε, αν τις αλυσοδεμένες, καταραμένες αλυσίδες της σκλαβιάς,
τις σπάσετε και τις πετάξετε κάτω με θόρυβο.
Μην δίνετε δεκάρα για τις εκκλήσεις ή τα κατσούφια της Εξουσίας!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Δώστε το θανάσιμο πλήγμα στην εξουσία!
Αποκαλύψτε με θάρρος τα ψεύτικα προσχήματα, τη δύναμη και την αδυναμία της·
τη διπροσωπία της, την κατάφωρη υποκρισία της·
τη μαυρίλα της «Γαλάζιας Αριστοκρατίας»!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Τολμήστε να ρίξετε τη θεατρική μάσκα του Γερασμένου Ηγεμόνα!
Αν και άχαρη είναι η εργασία,
Σκίστε τα ψεύτικα στολίδια του και αποδιώξτε τον από τη σκηνή,
Και αντιμετωπίστε με θάρρος την μπλόφα και την οργισμένη φωνή του!

Απεργήστε, εργάτες, ενάντια στις «κατεστημένες δυνάμεις»!
Με «σχοινιά από άμμο» σας δένουν αμέριμνα.
Εσείς, λέω, μπορείτε να τα διαλύσετε·
Με το βάλσαμο της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, γιατρέψτε κάθε πόνο από το τρίψιμο.

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Όχι με βίαιη ορμή!
Ετοιμάστε όλα τα σκάφη για τη μοιραία βουτιά!
Γυρίστε την πλάτη στα φαντάσματα· αυτά από το παρελθόν σας καταδιώκουν!
Φερθείτε σαν ελεύθεροι άνθρωποι! Φύγετε μακριά από τη σκυθρωπή απροθυμία!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Με αποφασιστικότητα!
Συμβουλευτείτε τον εαυτό σας! Μην αφήσετε τη θέλησή σας να υποκύψει
στην κυριαρχία των αφεντικών ή των ηγετών!
Όλοι τους έχουν αποδειχθεί μια ομάδα ξεδιάντροπων εκμεταλλευτών.

Απεργήστε, εργάτες, για κάτι περισσότερο από έναν πενιχρό μισθό,
Που, εν τω μεταξύ, μπορεί να μετράει τη στάσιμη ζωή σας·
Ένα ψίχουλο που ο Δυνατός, απρόθυμα, σας παραχωρεί,
Συνεχίζοντας να σας ωθεί να πολλαπλασιάζετε τα αποθέματά του.

Απεργήστε, εργάτες, για κάτι περισσότερο από λιγότερες ώρες
εργασίας! Τα δικαιώματά σας; Η πλήρης αξιοποίηση όλων των δυνάμεών σας!
Ο μισθός σας; Η ΓΗ! Αγνοήστε τους πρώην αφέντες σας!
Μην δέχεστε απ’ αυτούς ούτε υποσχέσεις ούτε μπαλώματα!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Τότε η φτώχεια
θα κλείσει με δύναμη την πόρτα μπροστά σας.
Αλλά πείτε την ώρα, και, αμέσως! κάθε άνθρωπος,
που πριν ήταν απόβλητος, θα πετάξει το μισητό στίγμα.

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Η τάξη των πραγμάτων σήμερα
Είναι παρωχημένη και σαπίζει γρήγορα.
Θα συνεχίσετε να υποκλίνεστε και να λατρεύετε τους προγόνους,
Όταν έχετε να διαλέξετε ανάμεσα στην Ελευθερία και την Τυραννία;

Απεργήστε, εργάτες! Αν «η δύναμη γεννά το δίκαιο», — τότε κοιτάξτε! —
Δεν υπάρχει πιο ισχυρή δύναμη
από τους ελεύθερους ανθρώπους που προχωρούν με αυτοπεποίθηση.
Ω! ευτυχισμένη αλήθεια! Μήπως η μυθοπλασία είναι πιο γοητευτική;

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Ο κόσμος, αν το πείτε,
είναι δικός σας. Χρησιμοποιήστε την παράδοση μόνο για να την ξεσκίσετε!
Τι μπορεί να αντισταθεί στην ελεύθερη συνεργασία σας;
Το παρελθόν είναι νεκρό· – τότε καλωσορίστε την καινοτομία!

*Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ: https://tomgoyens.substack.com/p/voices-from-the-past-three-poems?utm_source=post-email-title&publication_id=1269692&post_id=156250967&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=2bljus&triedRedirect=true&utm_medium=email

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Νανά Ησαΐα (1934-2003), Τρία ποιήματα

ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Τόση σαφήνεια από σκοτάδι και φως
Στο πρόσωπό σου αντικατοπτρίζεται αυτής της ημέρας η νύχτα
Τα σκαιά από κρύσταλλο μάτια σου
Δεν αποκρυπτογραφούν την αλήθεια.
Ειλικρινά δεν μου αρέσει ο τρόπος που βλέπεις την ζωή
Εγώ είμαι απλή.
Δεν έχω καμιά σχέση με τη διπλή ζωή σου.
Για μένα η νύχτα δεν είναι μέρα ποτέ
Ούτε η μέρα νύχτα.
Στην ζωή επιστρέφω φως.
Για το θάνατο υπάρχω μόνο τη νύχτα.

*

ΚΛΑΙΓΟΝΤΑΣ

Γιατί κλαίω;
Ένας απλός στίχος.
Νύχτα 15 Δεκεμβρίου 1979.
Από το πεδίο της όρασής μου
Περνάει ο καιρός.
Από τη σελήνη ο ουρανός
Από τη λεωφόρο
Περνούν τα αυτοκίνητα
Ρευστά φώτα
Πραγματικά κλαίω;
Το πεδίο της διαίσθησής μου είναι νεκρό.
Δεν με διεκδικεί ούτε το πρόσωπό μου
Κι ακόμα λιγότερο εσύ προσωπείο
Κάθε μου εραστή
Απέκτησα το ίδιο κενό
Πίσω από τον εαυτό μου.

*

ΥΠΟΤΕΛΕΙΑ

Ζω σ΄ ένα κρυστάλλινο ίλιγγο.
Νεκρό είναι το τρένο.
Ενώ φεύγει ο σταθμός.
Ο χρόνος είναι στατικός.
Κι ενώ κι εγώ φεύγω και εγώ.
Προς την απομάκρυνση.
Στο φως ενός πολύεδρου ήλιου.
Όπως σε όλες τις όψεις του αλλάζουν όλες οι λάμψεις.
Στην άπειρα αυτή αποσιωπητική στιγμή.
Μιας ιστορίας κρυστάλλινης.
Μιας οριστικής υποτέλειας.

Ada Limón, Instructions on Not Giving Up / Οδηγίες για να μην τα παρατάς

More than the fuchsia funnels breaking out
of the crabapple tree, more than the neighbor’s
almost obscene display of cherry limbs shoving
their cotton candy-colored blossoms to the slate
sky of Spring rains, it’s the greening of the trees
that really gets to me. When all the shock of white
and taffy, the world’s baubles and trinkets, leave
the pavement strewn with the confetti of aftermath,
the leaves come. Patient, plodding, a green skin
growing over whatever winter did to us, a return
to the strange idea of continuous living despite
the mess of us, the hurt, the empty. Fine then,
I’ll take it, the tree seems to say, a new slick leaf
unfurling like a fist to an open palm, I’ll take it all.

Περισσότερο κι από τις φούξια καμπάνες που ξεπροβάλλουν
απ’ την αγριομηλιά, περισσότερο κι από το σχεδόν
σκανδαλώδες θέαμα της κερασιάς του γείτονα, με τα κλαδιά της
να σπρώχνουν τα άνθη τους, σαν ροζ σύννεφα ζαχαρωμένου βαμβακιού,
προς τον μολυβένιο ουρανό των ανοιξιάτικων βροχών,
είναι το πρασίνισμα των δέντρων που με συγκλονίζει. Όταν η εκθαμβωτική έκρηξη
του λευκού και του ροζ, τα στολίδια και τα μπιχλιμπίδια του κόσμου,
έχουν πια σκορπίσει πάνω στα πεζοδρόμια σαν κομφετί μετά τη γιορτή,
τότε έρχονται τα φύλλα. Υπομονετικά, αθόρυβα, επίμονα,
ένα πράσινο δέρμα απλώνεται πάνω σε ό,τι μας έκανε ο χειμώνας,
μια επιστροφή στην παράξενη ιδέα πως η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα,
παρά την ακαταστασία μας, παρά τον πόνο, παρά το κενό. Εντάξει λοιπόν,
θα το πάρω κι αυτό, μοιάζει να λέει το δέντρο, καθώς ένα καινούργιο,
στιλπνό φύλλο ξεδιπλώνεται, σαν γροθιά που ανοίγει αργά σε παλάμη.
Θα τα δεχτώ όλα.

*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions, 2018). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Β. Μακρής, Δύο ποιήματα

ΑΛΛΟΤΕ

κι ας ήταν τ’ όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.
Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.
Θα ήθελα να πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.
Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά ‘ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά ‘ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα…

*

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ III

Ελάχιστος κόσμος, επικρατεί νέκρα που μάταια
προσπαθεί να καλύψει η άγονη τούτη μουσικὴ
κι αυτὸ το λικὲρ κακής ποιότητας
γεμίζοντας το δωμάτιο με ψεύτικα γέλια.
Τα ετοιμοθάνατα τούτα γκαρσόνια
φέρνουν στις φλέβες τους μια δηλητηριασμένη άνοιξη
και στις τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
και πένθιμα ρινόμακτρα.
Αχ! Που ναι η μικρὴ ανθισμένη λεπτομέρεια
που θα φέρει τον αέρα μέσα σ’ αυτὴ την πρώτη εντὺπωση
της ποθητής επιστροφής.
Χάσαμε την ψυχή μας στους συνωστισμούς.

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής, Γραπτά”, εκδόσεις της Εστίας (1986). Εισαγωγικό σημείωμα – Σημειώσεις – Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Δύο ποιήματα

ο Σίσυφος του Ιουλίου

Ήταν ένα καλοκαίρι ξύλινο.

Οι πέτρες ονειρευόντουσαν
πως είναι ψάρια

Τα σύννεφα χασκογελούσανε
πίσω από τα γυαλιά τους

και το νερό,
όσο στέγνωνες τα μαλλιά σου
έλαμπε

κι εγώ όσο το έπινα
τόσο διψούσα.

*

ξεφλουδίζοντας περιστέρια

Ξεφλουδίζοντας περιστέρια
πέρασε η μέρα μου
όμορφα όμορφα
σα παιδούλα δεκαεφτά χρονών
φτιάχνοντας γλυπτά–δολοφόνους
ανάμεσα στα πόδια μου.

Όταν σε έδενα
ήμασταν κι οι δυο αειθαλείς.
Όταν με έδενες
σκυλιά μου χάριζαν κι άλλο
πριόνι

*Από τη συλλογή “Τριανταεπτά Γεωπονικά Μυστικά για την Καλλιέργεια της Βερυκοκιάς”, Εκδόσεις Κακός Βηξ, Μάης 2025.

Λευτέρης Πούλιος, Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά,
σεργιανίζοντας πάνω κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση;
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τί φεγγάρι! άνθρωποι λογής λογής
βολτάρουν τη νύκτα; και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν;
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τί γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκι. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο.
Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας
Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιός θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τί ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη.Κι απόμεινες στην καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε. Νιώθω σκολιαρόπαιδο που του ‘λαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πως
θα τα πάω. Φριχτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ’ αγάλματα
της Αθήνας; προσκυνώντας μονάχα του
Ρήγα.Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ την τρέλα
μου γέρο, όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.

David Lerner, Against the Odds / Παρά τις αντιξοότητες

Φωτογραφία: Harold Feinstein

it’s impossible
that we keep breathing
with all the years
pressing on our chest

it’s impossible
that we keep walking
given the condition
of the heart’s terrain

it’s impossible
that laughter continues to spill
from the cracks in our sorrow

that anger continues to be
a kind of faith

that the small graces
coffee, clean socks, the stillness of night

still sustain us
sometimes

it’s impossible
how we break on our dreams
and then dream them again

how amidst the thousand small terrors
of daily life
it is possible to be kind

how as the ax falls
and nooses swing
we go on checking the TV Guide for decent movies
accepting some phone calls, dodging others

doing battle with the rent and the weather and
the holes in our shoes and
the distance between us

there is something inside me that says
yes
there is no way out
you have to play this terrible guitar
until the strings break
or your fingers

but the music I know
in the moments between
the panic I hold more intimately than
any lover

it’s impossible
how much sorrow
a smile can hold

είναι αδύνατο
να συνεχίζουμε να αναπνέουμε
με όλα αυτά τα χρόνια
να πιέζουν το στήθος μας

είναι αδύνατο
να συνεχίζουμε να περπατάμε
δεδομένης της κατάστασης
της καρδιάς

είναι αδύνατο
το γέλιο να συνεχίζει να ξεχειλίζει
από τις ρωγμές της θλίψης μας

που η οργή εξακολουθεί να είναι
ένα είδος πίστης

που οι μικρές χάρες —
ο καφές, οι καθαρές κάλτσες, η γαλήνη της νύχτας —

εξακολουθούν να μας κρατούν όρθιους
μερικές φορές

είναι αδύνατο
πώς συντριβόμαστε πάνω στα όνειρά μας
κι ύστερα τα ονειρευόμαστε ξανά

πώς, ανάμεσα στους χίλιους μικρούς τρόμους
της καθημερινής ζωής,
είναι δυνατό να είμαστε καλοί

πώς, ενώ πέφτει το τσεκούρι
και οι θηλιές αιωρούνται,
συνεχίζουμε να κοιτάζουμε το τηλεοπτικό πρόγραμμα για κάποια καλή ταινία,
να απαντάμε σε ορισμένα τηλεφωνήματα, να αποφεύγουμε άλλα

να παλεύουμε με το νοίκι και τον καιρό και
τις τρύπες στα παπούτσια μας και
την απόσταση ανάμεσά μας

υπάρχει κάτι μέσα μου που λέει
ναι,
δεν υπάρχει διέξοδος
πρέπει να παίζεις αυτή την τρομερή κιθάρα
μέχρι να σπάσουν οι χορδές
ή τα δάχτυλά σου

μα τη μουσική τη γνωρίζω
στις στιγμές ανάμεσα
στον πανικό που κρατώ πιο κοντά μου
από οποιονδήποτε εραστή

είναι αδύνατο
πόση θλίψη
μπορεί να χωρέσει ένα χαμόγελο.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://poeticoutlaws.substack.com/p/against-the-odds?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=184592759&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email

Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Tk. Kim, Marche de l’ombre / Πορεία της σκιάς

Mon pied de laine tricoté, ma robe blanche envolée,
Sur le sable blond, ma silhouette a dessiné
Un mystérieux vous,
un vous sans voix,
un vous sans ombre.
Et ma main tenant un invisible vous
Un moment fugace, que le vent dévoile
Une trace éphémère d’une beauté passagère,
Sur la plage dorée comme une danse légère.

Το πλεκτό μάλλινο πόδι μου, το λευκό μου φόρεμα που πέταξε στον άνεμο,
Πάνω στη χρυσαφένια άμμο, η σιλουέτα μου ζωγράφισε
Ένα μυστηριώδες εσείς,
ένα εσείς χωρίς φωνή,
ένα εσείς χωρίς σκιά.
Και το χέρι μου κρατώντας ένα αόρατο εσείς,
Μια φευγαλέα στιγμή που ο άνεμος αποκαλύπτει,
Ένα εφήμερο ίχνος μιας περαστικής ομορφιάς,
Πάνω στη χρυσή παραλία σαν έναν ανάλαφρο χορό.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://tkkimblog.wordpress.com/2026/06/07/marche-de-lombre/

 George Vassilacopoulos, Bodies in the void (poems in a poem on the utopia of language)

for Toula

Our hands weave our bodies
With the void
Into cloaks of night rhythms
We sway
In each other’s  breathing 
Fathoming their silence
                                  (from “Ashpoems”)
 
1
Between my words
The silence of hands
Splitting our bodies
In their sweating
Lovers of tomorrow are drowning 
Salty drops of longing 
The world is now far away 
A poem 
Of us echoing 
Each other into the void   

2
My poem 
Crown of tired words
Flickering 
Around your forehead
My lips hang their letters
On your aethereal body
Sounds empty of memory
They recite us into a rhythm

3
Your big eyes
Words
Rolling down
Into my lips
I decipher them letter by letter
Becoming the lusting of sounds
You make me
The alphabet of stretching worlds
Curious to listen

4
In the moisture of our lips
Words are weaved 
With wet silences 
Converging 
Into the patience of poems
Drowned in centuries of longing
Trembling from my mouth to yours
They float in our breathing

5
In the poem we surge 
Glimpses of bodies
Flickering each other into the void
Fluid memories of distant sounds we are
Yet to coalesce into the ‘always’ and the ‘never’

6
Covered with my skin
The words I bring to you
Crawl on our lips
They whisper each other’s mouth 
Into wet promises  

7
In the chambers of my mouth
With dripping silences and voids
Your tongue recites my tongue
Into poems
Never written
Still to be born
We are dispersed 
Into melodies from the other side

8
Our bodies slide
On each other’s night
Forgetting the words
That could not measure 
The pain of centuries 
In their chambers of emptiness
Sounds crawl on our lips
Little surprises   

9
You are the vastness
Of the empty fields
Slowly crawling
Between my words
Shapes of ancient ruins
Hiding in their letters
I become the prayer of orphan sounds

10
Pausing your lips with mine
We become lovers gone mad
In the shadow of words 
My poem left behind
Then we discover
How not to say the world
Smiling  goodbye
From a distance  

11
Silencing your fingers into mine
You cancel the world in both of us 
Love-skins trembling in the void
Are we the day after today?

12
The words in my poem
Foam of the abyss 
Like the silence
Between your lips
When you recite them to me
The two collide
Rhythms of innocence 
Lamenting
I listen to the birth of sounds

13
Dripping 
From each other’s silence 
Our bodies 
Are the distant in this world
Drops of what never became
Crawling on their innocence 
Our lips whisper themselves
Into words   

14
A poem we are
Rhythm words 
Of cemeteries and visions
Stretching 
In the before and after
Inhaling their night in your mouth
I become a galaxy of sounds

15
To find me
In my words
You recite the no-word-poem
Naked body I spring
Of thirsty mouths singing

16
We gather our fingers into galaxies
Silencing our bodies
Like stars the night
Lost in the maze of their paths
Our skins become strangers
Deciphering each other 
Into whispers

17
Sweating with longing
My lips roll words on your body
Never reaching the world
They turn and turn
Little pools of void

18
One by one
I retract my words from the poem
By reciting you backwards
You
Elegy of full stops
Dancer of the void between
Deaf disperser of  alphabets
They float on my lips
Neither in nor out

19
Within my words
Letters wave to me
Shapes of their silent sounds
I Float 
Above the terrible page
Open mouth it is
Full of monsters and secrets
Poems shattered
In the prayers of tomorrow

20
I long
To caress your words
With the poem
Hanging on my lips
Centuries of secrets they are
Lullabies of your eyes
Whispering to me eternity

21
As you recite my words 
Whisperings of dead visions gather
Carrying centuries with them
A! The poem is a silent chamber
Echoing their longing

22
You hang your vowels
On the consonants of my words
I hang my words
On the silence of the poem
Then you splash it
On our bodies
Sounds of eternity 
Swimming  in the void

23
In you 
A mouth listening
My consonants become the melody
Of a trembling poem
That is how I travel
Naked  
To your other side 
Is it a world?

24
Word by word
You inhale my breathing
Knots of surprises
Composed by your sweating 
I become the poem never to be written
Voiding the universe

25
I compose poems
With worlds
Preparing  
For our next encounter
They will recite us
Strangers
Voiding each other

26
I enter each poem
With the previous one
Carrying you into you
We become mouths 
Echoing  the universe

27
In our lips
Words sink whispering
To lovers of tomorrow 
The silence in our mouths
Flooded
By swarms of innocent desires
Buzzing

28
A galaxy of worlds the poem
Lost for ever in our words
These knots of centuries
Impatiently
Our tongues decipher 
The shapes of their shadows
                                          (The defeat of poetry)