Ζήσης Σαρίκας, Ἐπιτάφιος

ΤΡΕΙΣ ΜΠΑΝΤΕΣ ΓΥΦΤΩΝ μὲ χάλκινα, ἐπί κεφαλῆς ἰσάριθμων ἐπιταφίων τοῦ χωριοῦ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἦταν γύφτοι ἀπὸ κεῖ, ἐγκατεστημένοι μόνιμα, σὲ δικές τους συνοικίες, μὲ τὰ μαῦρα τους κοστούμια, τὰ λιγδερὰ μαλλιά, τ’ ἄσπρα πουκάμισα, τὶς ἀγκράφες, τὰ δαχτυλίδια καὶ τὰ σκαρπίνια στὴν πένα. Τώρα ἦταν ἡ δική τους ὥρα – ὄχι τοῦ θεανθρώπου, τῶν ἱδρωμένων φαντάρων ποὺ κουβαλοῦσαν τὸ νεκροκρέβατό του, τῶν θρησκόληπτων γραϊδίων καὶ τῶν φολκλὸρ ἐπισκεπτῶν. Κάναν τὴ φιγούρα τους παίζοντας τέλεια, ὅπως μόνον αὐτοὶ ξέρουν νὰ παίζουν, περπατῶντας μὲ βῆμα ἐπίσημο, ἀλλὰ ὄχι στοιχισμένοι… Μιὰ παράσταση ἀπ’ αὐτούς, γι’ αὐτούς. Διονυσιακοὶ καὶ πανηγυριώτικοι οἱ ἦχοι τους ἀκούγονταν σὰν ξορκισμὸς τῶν δαιμονίων καὶ κύκνειο ἆσμα μαζί. Ὕστερα ἀπὸ τὸ ξεκαθάρισμα ποὺ τοὺς ἔκαναν πρὶν ἀπὸ μισὸ αἰῶνα οἱ ναζῆδες κι οἱ σταλινικοί, τώρα ὅλοι θέλουν νὰ τοὺς «ἐντάξουν» πάσῃ θυσίᾳ, νὰ τοὺς κάνουν σὰν τὰ μοῦτρα μας. Τοὺς βάζουν νὰ κάθονται σὲ σπίτια μὲ τὸ ζόρι, τοὺς δίνουν δάνεια, τοὺς σπρώχνουν νὰ παρατήσουν τὴ νομαδικὴ ζωή, νὰ μάθουν γράμματα· τοὺς χαρίζουν ὑπηκοότητα καὶ ἰθαγένεια, τοὺς ἀναγκάζουν νὰ πηγαίνουν στὸν στρατὸ καὶ νὰ ψηφίζουν. Πρέπει νὰ μάθουν μιὰ σωστὴ δουλειά, ὄχι παπατζηλίκια, νὰ ἀσπαστοῦν μιὰ θρησκεία, νὰ πάψουν νὰ εἶναι περιθωριακοὶ καὶ παράνομοι, νὰ γίνουν γνήσιοι μικροαστοί. Κι αὐτὴ ἡ περίεργη ράτσα, μὲ τὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ἀγραμματοσύνη της, μὲ τὴ λουμπινιά, τὴ μυσαρότητα καὶ τὸ κέφι της, μὲ τὴ λατρεία της γιὰ τὸν χαβαλὲ καὶ τὴ μουσική, μὲ τὰ χαλαρὰ καὶ φαρδιὰ ἐρωτικά της γοῦστα ἀντιστέκεται ὅσο μπορεῖ. Μὰ λίγα εἶναι τὰ ψωμιά της. Ἡ σταύρωση κι ὁ ἐπιτάφιος εἶναι γι’ αὐτήν.

*Πηγή: Ζήσης Σαρίκας, Μακριὰ ἀπ’ τὸν κόσμο, καὶ ἄλλα κείμενα, Πανοπτικόν, 2008.
Το πήραμε από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/04/03/zisis-sarikas-o-epitafios/

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a comment