Παράθυρα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στ’ άλλο
στο βάθος του ορίζοντα
ανοιχτά
πάνω σε λευκή σιωπή
μπροστά
αναπαύεται ο πατέρας
-πατέρα, είναι επικίνδυνα εκεί,
πατέρα
μετά νιώθω
ένα τρέμισμα
μυστηριώδες κι ανείπωτο
σαν αδέξιο περιστέρι
που πρώτη φορά μαθαίνει να πετά
Κι ύστερα
ο θλιμμένος χρόνος φτερουγίζει
τραυματισμένος
στο βαθύ ορυχείο της καρδιάς
εκεί που όλα δείχνουν να τελειώνουν
δίχως τέλος
Τώρα
βλέπω την παιδική ηλικία
της συνείδησης, στη νοσταλγία ενός Μάη
που δεν κρύβει την Άνοιξη
στις λεπτομέρειες
Άνοιξη ευλογημένη από φως
που κάθε απόγευμα
γεννάς κόκκινες
χιλιάδες πεταλούδες
δείξε μου πάλι τον πατέρα
και να!
τον βλέπω
ανάλαφρα σε μένα να στρέφεται
και να χαμογελά
στο βάθος
χαμόγελα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στο άλλο
κι άλλα χαμόγελα πολλά
κι άλλα
ελάχιστα
χιλιάδες
σαν τη ζωή μικρά
