Cesare Pavese, Πέντε ποιήματα

Κόκκινη γη 

Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.

*

Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.

*

Το πρωί γυρίζεις πάντα 

Η πρώτη αχτίδα της αυγής 
ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων. 
Γκρίζο φως τα μάτια σου 
γλυκές σταγόνες της αυγής 
πάνω στους σκοτεινούς λόφους. 
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου 
πλημμυρίζουν τα σπίτια 
σαν τον άνεμο της αυγής.
Η πόλη ριγεί, 
ευωδιάζουν οι πέτρες- 
είσαι η ζωή, το ξύπνημα.

Άστρο χαμένο 
στο φως της αυγής 
ψίθυρος αύρας,
θαλπωρή, ανάσα-
τελείωσε η νύχτα.

Είσαι το φως και το πρωί . 

*

Τη νύχτα που κοιμήθηκες 

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει 
βουβά , βαθιά στην καρδιά, 
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα. 
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο-
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος 
παλεύει, σ’ ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις. 
Ω , κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ’ αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα 
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή. 
Απλώθηκες κάτω απ’ τη νύχτα 
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας 
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

*

Εσύ δεν ξέρεις 

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

Leave a comment