Πλησιάζεις με την κοιλιά·
όπως τα ζώα που παραμονεύουν
το θήραμα. Εγώ, ελάφι
στο μεγάλο του τοίχου υφαντό.
Είναι το φως χαμηλό
μες στο σαλόνι·
κι όπως η νύχτα
σκεπάζει τους αθώους
με τόσα πολλά νύχια
σε προσκαλώ σε συνάντηση
επί του τοίχου.
Στις εισόδους μουγκρίζει
η πιο καλή παρέα – ο
θάνατος· τα σφάγια θα
μας ταΐσουν.
Δεν έχω άλλο σώμα ν’ αναστήσω.
Πιο κάτω τρέμει, αναταράζεται
το φριχτό μου μελάνι
η μαύρη σελήνη μου
– ακριβώς στο σημείο εκείνο
μέσα στο Σύμπαν
όπου στάζει, αχνίζει
το καιόμενο λίπος
των ποιητών.
