Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ερωμένοι

Edvard Munch, Man and woman

Πλησιάζεις με την κοιλιά·
όπως τα ζώα που παραμονεύουν
το θήραμα. Εγώ, ελάφι
στο μεγάλο του τοίχου υφαντό.
Είναι το φως χαμηλό
μες στο σαλόνι·
κι όπως η νύχτα
σκεπάζει τους αθώους
με τόσα πολλά νύχια
σε προσκαλώ σε συνάντηση
επί του τοίχου.
Στις εισόδους μουγκρίζει
η πιο καλή παρέα – ο
θάνατος· τα σφάγια θα
μας ταΐσουν.
Δεν έχω άλλο σώμα ν’ αναστήσω.
Πιο κάτω τρέμει, αναταράζεται
το φριχτό μου μελάνι
η μαύρη σελήνη μου
– ακριβώς στο σημείο εκείνο
μέσα στο Σύμπαν
όπου στάζει, αχνίζει
το καιόμενο λίπος
των ποιητών.

Leave a comment