ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
φτιάξαμε δρόμους
φτιάξαμε πύργους
φτιάξαμε των πόλεων τα τείχη.
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
Αγγίξαμε με τα χέρια
ό,τι βλέπεις γύρω σου,
κάθε σπιθαμή.
Αλλά τυφλωθήκαμε
φτιάχνοντας φερμουάρ
χαλάσαμε τα πνευμόνια μας
στη σκόνη των μεταξουργείων
καήκαμε απ΄ τον ασβέστη
ξεκληριστήκαμε στα καμιόνια
που τραβούσαν μες στη νύχτα
στη συννεφιά και κάτω απ’ τη βροχή.
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
φτιάξαμε τον κόσμο
φτάνει πια.
*
ΟΙ ΛΟΓΟΙ
Άμα μιλά ο Πάπας
βρίσκονται πάντα
μυριάδες δημοσιογράφοι
να του πλέξουνε εγκώμια.
“Μα τι φινέτσα,
τι συναίσθημα!”
Ό,τι και να λέει,
κι ας μη λέει κι τίποτα,
ας είναι κι αν φτερνίζεται,
αν βήχει.
Μα άμα μιλά ο θείος μου
που φτιάχνει ποδήλατα
είναι λόγια στον άνεμο
τονε γελούν οι γιοι του
κι ο κόσμος λέει από μέσα του
“Μα τι να πει αυτό το
κουτορνίθι
που δεν μπορεί να ξεπληρώσει
μήτε τα χρέη του;”
Γι’ αυτό και κάθε τόσο
γεννιέται κι ένας
ποιητής
που πιστεύει σε τούτο τον
κακόμοιρο
και του δανείζει τη φωνή του.
*
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ
Ο πατέρας μου που με ντρόπιασε
που ‘χασε όλες τις μάχες
ο πατέρας μου που ‘ταν ψεύτης
ο πατέρας μου που βλαστημούσε τους Αγίους
κι ύστερα γονάτιζε
μπροστά στις παναγίες
ο πατέρας μου που ‘την ωραίος
και κοιταζόταν στον καθρέφτη
ο πατέρας μου που ‘ταν φτωχός
που ‘ταν φιλόδοξος, που τραγουδούσε
ο πατέρας μου που τίποτα δεν μου ‘μάθε
ο πατέρας μου που τον γελούσαν όλοι
ο πατέρας μου που δεν ήξερε λατινικά
ούτε κι ιταλικά καλά καλά
που γύρισε απ΄την Αμερική
με μια πεντάρα και τρεις λέξεις εγγλέζικες
ο πατέρας μου που ‘θελε “επισημότατον”
να γράφει ο φάθελος
ο πατέρας μου που, ο πιο σμπαραλιασμένος ανάμεσα στους πατεράδες,
χάραξε μέσα μου
όλα μου τα ποιήματα.
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δέντρο”, τεύχος 224-225, Άνοιξη 2019.
**Μετάφραση: Τραϊανός Μάνος
