Τάσος Πορφύρης, Τρία ποιήματα

ΕΡΩΤΗΜΑ

Πώς θ’ αντιδρούσαμε
αν ύστερα από καθυστέρηση
τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους
ο Σταυραϊτός του Κρυστάλλη;
Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;

*

ΜΑΝΑ

Όλο για σένα γράφω και δεν τελειώνω
Το σπίτι έγινε κόνισμα απ’ τη μορφή σου
Ο αρωματισμένος σου κόσμος πότισε το ξύλο
Του σεντουκιού με τ’ αρχικά « Κ.Μπ.» και
Τη χρονολογία του γάμου «1930» ζωγραφισμένα
Άνθη θάλλουν λες και χθες ακόμα
Σκούπισε τα πινέλα του ο ζωγράφος
Κι ο Τάσος Χαλκιάς έρχεται «εκ περάτων»
Με το κλαρίνο παραμάσκαλα κάθεται
Στο πόδι και ταιριάζει τα «κλειδιά»
Με τον άνεμο π’ αχάει στις βελανιδιές
Και στις απόκρημνες σπηλιές του στήθους.

Όλο κι όλο
είν’ ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη
του επάνω πατώματος
ούτε λόγος
πως δεν μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν
οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο…..
Κι εκείνος είναι εδώ ανάμεσά μας
και δεν ξέρει
πού να βάλει τα χέρια του
πού να ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο που βγαίνουμε
τρέχοντας απ’ το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
στον κήπο
στα κάγκελα
στ’ αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα
και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα
τα κορδόνια των παπουτσιών του.
Έτσι ξημέρωσε
και τούτ’ η μέρα
κρατώντας απ’ το χέρι
έναν απαρηγόρητο άνεμο.

*Aπό τη συλλογή “Νεμέρτσκα” (1961).

*

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά
Κουρνιάσαν
οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί
Γλίστρησαν στίς φωλιές τους
ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές
Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή
Βορεινή βεράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν
Προσμονή τῆς μπόρας
ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς
Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους
κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη
Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία
μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι
Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν
ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς
Μεταξοσκώληκες καθώς ροκάνιζαν
τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς
Στό διπλανό δωμάτιο
εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ
στίς ἀναμνήσεις μας
Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν
ἄφωνοι κεραυνοί
Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση
καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας
Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων
στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί
Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

*Aπό τη συλλογή “Σῶμα κινδύνου”

Leave a comment