Η άνοιξη διαπασών
«αἱ γενεαί πᾶσαι» ανθισμένων λεμονιών
οι πόνοι της Παναγιάς
οι πόνοι μιας ετοιμόγεννης αμυγδαλιάς
ο «αμαρτάνων» σπόρος
μιας κοιλιάς
Τον άνδρα, μούσα, τον πολύτροπον
να μου ανιστορήσεις
που βρέθηκε ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά
Για εκείνη μη χαραμίσεις λέξη
Σκύλλα και Χάρυβδη την έχρισαν
–καθ’ όπως πρέπει
οι ναυτικοί και ο θυμόσοφος
ντουνιάς
Εσύ, όμως, ποιά είσαι;
Σε βλέπω πάντα άυλη
στα ξώφαλτσα των τοίχων
σαλπίζεις ανομήματα και σειρήνιες κλητικές
Εγώ είμαι η σκύλα κι άλαλη
γέναγα το φαρμάκι και κατάπινα τα πλοία
μαζί μ’ εκείνα που ξεστόμιζαν τα εξαγνισμένα μήλα των Αργοναυτών
Άμα δεν πειθαρχούσα κι έκανα
ανυπότακτα τσαλίμια – γένους και σθένους θηλυκών
ήρθα να τα ψάλλω ένα χεράκι
στον ποιητή.
