Andrey Kostinsky, Αποσιωπητικά

Τρία παράθυρα μαύρα:
το δεξί, του γιου,
το μεσαίο, της κόρης,
το αριστερό, της κουζίνας και της γάτας

δεν επέζησε μονάδα η Νάουσα
η γάλα μας και μόνη για όλους
τον θάνατο βρήκε εκείνη τη νύχτα:
πίσσα μαύρη κάπνα
εξωτερικά των τοίχων απλώνεται
θαρρείς μπροστά στα μάτια σου
λες και της γάτας η ψυχή
που τέτοιο θάνατο ακόμα
δεν μπορεί να πιστέψει πως θα ‘χει
από κείνη την κόλαση
Παλεύει να βγει

βόμβα διασποράς
άφησε στην αυλή κρατήρα
σε εκείνο το σημείο
Όπου πήγαινα τα μικρά
στην παιδική χαρά
ενώ απ’ τα ξεβαμμένα παγκάκια
ακουγόταν η γκρίνια:
“να τα ντύνετε πιο καλά τα παιδάκια,
ρεύμα κάνει, θα πουντιάσουν”.

τώρα το ρεύμα νωρίς την άνοιξη
νανούρισμα λέει
στη νεκρή (μη) οικία
όπου κάηκαν φωτογραφικά άλμπουμ
απ’ όλες τις γενικές

Όταν τα εγγόνια των παιδιών μου
θα τους ζητήσουν να δείξουν
την φωτογραφία του παππού μου
που νίκησε το φασισμό το ’45,
θα ακούσουν:
“δεν υπάρχουν φωτογραφίες του προπάππου,
τις έκαψαν φασιστές

……..
/στη φωτογραφία φαίνονται τρία μαύρα παράθυρα του καμμένου μου σπιτιού που βρίσκεται στην καρδιά μιας πυκνοκατοικημένης λαϊκής γειτονιάς του Χάρκοβου.
Ουκρανία, αρχή τρίτης χιλιετίας /


Γράφει σχεδόν· ποιήματα.
Καθαρόαιμοι κι ημίαιμοι δεν την αποδέχονται.
Μα εκείνη έμεινε στο κέντρο άμεσης βοήθειας του οικείου Χάρκοβου:
“Η πόλη μου τραυματίστηκε. Πώς μπορώ να την αφήσω;”
Τα λόγια της σωπαίνουν, μόνο τα μάτια γράφουν.
Φύτρωσε στην πόλη, έγινε μέρος του κυκλοφοριακού της.
Καθαρόαιμοι κι ημίαιμοι, ειδικά οι περαστικοί
(Ευτυχισμένο το 20 22! Τι υπέροχη πόλη!
Τόσες δυνατότητες. Η δεύτερη
πατρίδα
[μου]”
Όμως, τη μέρα από δύο άριστα* πήραν κακούς βαθμούς στο νεκρο-
φονικό μας βιβλίο: τώρα κάθε νομάς ευγνωμονεί
τον προσωπικό του θεό που είναι μακριά
και μπορεί για κάποιο λόγο να διαβάζει στους άλλους ποίηση,
να απολαμβάνει τον καφέ του, τη ζέστη και το φως, κι το φτηνό αλκοόλ,
και να μοιράζεται με τους ντόπιους την καθημερινότητα καταφυγίων.
Ενώ κάποιος άλλος είναι επίσης μακριά μα ο ομφάλιος χώρος του πόνου δεν τον αφήνει:
σε κάθε γουλιά του καφέ του, αντί για ζάχαρη
θραύσματα γυαλιού θρυμματισμένου από το ωστικό κύμα,
κάθε ματ του λαμπτήρα του
μέσα από βρεγμένο βαμβάκι καρπό ηλεκτρίζει,
κάθε θερμίδα ζέστης
τον κάνει να θέλει να βγάλει το δέρμα του να το δώσει έστω στον θεό,
σε έναν από όσους εισακούν προσευχές:
“Ράψε μια πορφύρα να σκεπάσει τον ουρανό απ΄τις βόμβες
έτσι ώστε η κοπέλα που γράφει σχεδόν-ποιήματα
στον ελεύθερο χρόνο μετά από ήρεμη βάρδια στο κέντρο άμεσης βοήθειας
σε καφέ που οι θαμώνες ακούνε μόνο τους ίδιους
να διαβάσει τον πιο όμορφο στίχο που τα πάντα υπερκαλύπτει:
την πολυαναμενόμενη
ΣΙΩΠΗ..”
… …….
31+24

*Ο Andrey Kostinsky (Αντρέι Κοστίνσκι) γεννήθηκε το 1960 στο Χάρκοβο, όπου και ζει. Είναι ποιητής, επιμελητής του λογοτεχνικού περιοδικού ΛΑΒΑ και διευθυντής των εκδόσεων “Σλόβο” (Λόγος) με έδρα το Χάρκοβο. Έχει κυκλοφορήσει δεκαοκτώ ποιητικές συλλογές και προσανατολίζεται στην ποιητική της πρωτοπορίας. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες.

**Από την ανθολογία “Ο θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2022. Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Edvard Munch, Melancholy (1911)

Leave a comment