Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Ο κόσμος σίγουρα,
θα μπορούσε να είναι καλύτερος.
Προς το παρόν, προσπαθούμε για τα αυτονόητα.
Δεν ακολουθούν πολλοί,
παρά λίγοι τρελοί και ρομαντικοί.
Ο καθένας με τον τρόπο του.
Ο καθένας απ’ το μετερίζι του.
Αγώνας κατάντησε η κάθε μέρα.
Τα μάτια, σπάνια ανταμώνουν τα μάτια
κι όταν αυτό γίνεται, σαστίζω.
Οι άνθρωποι, κρίνουν πιο εύκολα
παρά βοηθούν,
κι αυτό το φεγγάρι απόψε κάνει κάθε γουλιά
στον οισοφάγο να γρατζουνά.
Υποψιάζομαι έναν τεράστιο κρυφό φόβο
στις καρδιές των ανθρώπων.
Στα χνώτα τους βγαίνει ψυχρός ο χειμώνας.
Για αυτό, εφευρίσκω άλλο τρόπο προφοράς.
Αν ήθελα κάτι θα ήταν να κλέψω μερικά βήματα
απ’τα τραγούδια που χορεύουν στα χείλη της.
Απλά και ταπεινά να διαρκέσω.

*

Πλάθω την κραυγή, ποίηση.
Η αδιαφορία λυσομανάει
σε κορμιά ραπισμένα απ’ τις αδικίες.
Αρνούμαι να δεχτώ
αυτή την υπολογιστική κανονικότητα.
Βύθισα τα μούτρα στο χαρτί,
μήπως χωρέσω κάπου.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελε κανείς.
Μα δεν υπάρχει και κανείς να χρειάζομαι.
Κάπως έτσι κοροϊδεύω τον καιρό,
αυτός όμως δεν αστειεύεται
όταν σβήνει τα ίχνη μου στην άμμο.
Ουδέποτε θέλησα να προσαρμοστώ,
παρόλα αυτά ήσυχα καραδοκώ
τις ευκαιρίες του στίχου.
Λειαίνω τον πόνο του αγκαθιού,
γίνεται τραγούδι,
έτσι χωράω κι εγώ
σε αυτό το αλλόφρων πανηγύρι.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο “Τεφτέρι” Νο 3, Γενάρης 2026.

Leave a comment