συρμός αυτόχειρ
τρίζει το τζάκι χώνεται ο συρμός
στριμώξου πριν ο εισπράκτωρ πλησιάσει
κι αν το αντίτιμο δεν φθάνει – τι θα δεις;
στη σήραγγα τη σκοτεινή πώς να μιλήσεις
τέτοια ταξίδια δεν τολμούν πολλοί
μα ενύπνιον πανικούς πια κατεβάζεις
χώματα στρώματα σαρώματα ρυπίδια
μία προς μία οι κάσες φεγγερές
κουτρουβαλούν στο βράδυ τον χρυσό
κι η τελευταία εξάσφαιρο οπλισμένο
στις πρώτες πέντε λάμψεις ν’ αστοχείς
η έκτη φέρει εκ γενετής τα αρχικά σου!
*
σαν ελεγείο της φωνής
λάσπη αλλά, λάσπη πολλή στους μέσα ορυζώνες
κολλήγες σκάλιζαν την γης και τωρ’ αποσταμένοι
αποφλοιώνουν τον καρπό χιόνια λευκά του γάμου
κίτρινα της υπομονής βουβό σκούντημα πιάτων
-φτύσε στη φτώχεια το φαΐ κι απ’ την φωνή όσες λέξεις
χωράφι τάφος θα φανούν στον φεγγερό σου θρήνο!
*
αϊτός
ξανά στον ύπνο μου πετάξαν πέτρες
(κι ήμουν στόχος ξεκάθαρος του ποιήματος)
γυμνός με κακοφορμισμένες της πληγές μου
αδράχνοντας τη φρίκη του πετροπολέμου
στα γαμψά μου δάχτυλα
μες σε νεφέλη διάγοντας σε γνόφο
πάλευα κι έγραφα όλο έγραφα αϊτός
στο ψήλωμα του πιο κακού μου ονείρου!
[τα τελευταία ονόματα, 2010]
*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.
