«Ένα Cholitas γλειφιτζούρι, παρακαλώ!»
λέω, μικρό κορίτσι, χοροπηδώντας,
με τις ψάθινες σαγιονάρες, στ’ όνειρό μου.
Και ο ψιλικατζής, γνωστός ύπουλος εισβολέας
και αξεπέραστος παραμυθάς,
-δίχως να με ταχταρίσει στα γόνατά του
μέσα στο παράπηγμά του, αυτό που κανείς
δεν έχει βρει ακόμα την είσοδο ή την έξοδο-
κρατώντας ανοιχτό ένα πολυσέλιδο βιβλίο,
-έμοιαζε με το «Εκατό χρόνια μοναξιάς»
αλλά δεν ήταν- φέρνει το πρόσωπό του μπροστά,
στην κορνίζα που χωρίζει την επικράτειά του
από αυτή των πελατών του και,
θαμπωμένος από τον ήλιο,
το παραλήρημα ξεκινά.
«Θα ντυθείς τη φορεσιά που γεννήθηκες.
Τα μαλλιά σου θα πλέκεις σφιχτά,
να μη σκορπάει ο χρόνος.
Το μαγειρειό σου θα χτίσεις
στα 6.968 μέτρα ψηλά,
ανάβοντας φωτιές αξημέρωτα.
Από εκεί θα βλέπεις πόσο πικρός
σαν κατακάθι είναι ο φθόνος των ανθρώπων.
Τα χέρια σου θα ξέρουν το κρύο
όσο ξέρουν το αλάτι.
Ρίχνοντας από αυτό στις κατσαρόλες
θα εξατμίζεται ο θυμός που βράζει.
Τα μεσοφόρια θα φουσκώνει ο αέρας
να στέκεσαι στη μέση του ουρανού,
κάπως σαν πλατυτέρα, μέχρι να συναντήσεις
μια escaladora Boliviana -μια σιωπηλή κραυγή,
που θα σου επουλώσει τις πληγές στα χέρια
με βοτάνια που αναπτύσσονται
σε σκληρές συνθήκες, όπως κι εσύ.
Πριν κατέβεις, θα εκπληρώσεις τάματα,
ξορκίζοντας με αναμμένες φούντες pinifolia,
τις γαμημένες αποικιοκρατίες.
Κι εμένα τα σαγόνια
θα ανοίξουν σαν ρωγμή
και θα γεμίσουν χώμα,
κι εσένα τα λαγόνια,
λεκάνες από αταξίδευτο χρυσό,
θα γεμίσουν τους ουρανούς.
