Πού τήν είδα;
Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους δίχως χέρια!
Δίχως χέρια… Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.
Τήν στοχάζομαι.
Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο- και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα.
Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.
Τ’ ήταν; πνεύμα;
Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; …
Αχ πώς τρέμω!
ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια -ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο,
ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει
γυναικείων φορεμάτων…
