Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αραίωση

Στην αποβάθρα περπατούν δυο αχινοί
Υγροί επιτάφιοι με αρμούς και ρίγος άλμης
Ίχνη μιας ανταρσίας τρυφηλής
Όταν πλευρό η θάλασσα γυρνά
Και πλαταγίζει γαλακτώδες κυανό
Μαύρα αγκάθια μιας παλέτας του Μιρό –
Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών
Με την τσουγκράνα του ήλιου που γρυλίζει

Βουλιάζω ως τ’ άκρα μου θολός
Με χρώμα όμως γεμάτος ως τα σπλάχνα
Λες και ρουφιέμαι από γάλα μητρικό
Όταν μπλε μέδουσες τρυγάνε τη θηλή
Κι ο θάνατος πινέλο κυανό
Με αραιώνει ως τα μύχια στις αβύσσους

*Από τη συλλογή “Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών”, Εκδόσεις Δρόμων.

8 responses to “Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αραίωση

  1. Υπερρεαλισμός άκρατος! Με εικονοποιία εκπληκτικά, πρωτόγνωρα, δημιουργική – επινοητική – ευρηματική αρμόζοντας συναρμόζοντας! Κοιτώντας στα μάτια τον Ελύτη, οιοδήποτε σχόλιο αφοπλίζοντας! Όμως θα σχολιάσω διά την εκτόνωσιν του — εγώ — που εξωθείται, να αντιδράσει, νομίζοντας, ελπίζοντας, ότι θα αντέξει μίας απέφθου ποιήσεως το βάρος το αβάσταγο! Οι πιο αδιναόητες του αδιανοήτου εικόνες μάς γητεύουν με θέλκτρα, που, ταυτόχρονα μάς εξορίζουν, όντες αδύναμοι να τις ανθέξουμε! Φορμαλίστρια φανατική η δημιουργός, παρόλο, που, το περιεχόμενο δείχνει να αμελεί, θέτοντάς το στα αδήριτα νάζια τής μορφής, τών μορφών, περνά, ωστόσο το μήνυμα το δυνατό της δημιουργίας! που κατεξοχήν αντιπροσωπεύεται από την δύναμη τού μεθυστικά ελκτικού ενδιαφέροντος του φυσικού στοιχείου, που, την τέχνη εμπνέει, να υποκλιθεί, υποκλινόμενη αενάως! Με τις εικόνες, επίσης, η δημιουργός σκαριφά τούς αντιλάλους τού θανάτου, τούς οποίους, με πινέλο κυανό αραιώνει, ελαφρύνει ως στα μύχια στις αβύσσους!

    Από ποίημα τής δημιουργού με παρεμβάσεις δικές μου.

    Όπως, Ένα πλήκτρο αστερία δεν μπόρεσε ν’ αρμέξει Με τη σπιρτάδα από άλμη ούτε μια ρώγα σταφυλιού Που αναφλεγόταν ερήμην μας σε οιωνούς κληματαριάς Ραντίζοντας μ’ άγριο θέρος τις σκιές μας όταν Η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε Το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι Όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας Για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος, έτσι, και, ο Λεωνίδας Καζάσης, δεν μπόρεσε να ανθέξει την γραφή σας, απαράμιλλης αισθήσεως θέλξη ονειρική! παρατηρώντας, παραληρώντας, περιμένοντας!

  2. Υπερρεαλισμός άκρατος! Με εικονοποιία εκπληκτικά, πρωτόγνωρα, δημιουργική – επινοητική – ευρηματική αρμόζοντας συναρμόζοντας! Κοιτώντας στα μάτια τον Ελύτη, οιοδήποτε σχόλιο αφοπλίζοντας!

    Όμως θα σχολιάσω διά την εκτόνωσιν του — εγώ — που εξωθείται, να αντιδράσει, νομίζοντας, ελπίζοντας, ότι θα αντέξει μίας απέφθου ποιήσεως το βάρος το αβάσταγο! Οι πιο αδιναόητες του αδιανοήτου εικόνες μάς γητεύουν με θέλκτρα, που, ταυτόχρονα μάς εξορίζουν, όντες αδύναμοι να τις ανθέξουμε!

    Φορμαλίστρια φανατική η δημιουργός, παρόλο, που, το περιεχόμενο δείχνει να αμελεί, θέτοντάς το στα αδήριτα νάζια τής μορφής, τών μορφών, περνά, ωστόσο το μήνυμα το δυνατό της δημιουργίας! που κατεξοχήν αντιπροσωπεύεται από την δύναμη τού μεθυστικά ελκτικού ενδιαφέροντος του φυσικού στοιχείου, που, την τέχνη εμπνέει, να υποκλιθεί, υποκλινόμενη αενάως! Με τις εικόνες, επίσης, η δημιουργός σκαριφά τούς αντιλάλους τού θανάτου, οι οποίοι, με πινέλο κυανό αραιώνουν, ελαφρύνουν ως στα μύχια στις αβύσσους!

    Από το ποίημα τής δημιουργού — Η επίσκεψη — με παρεμβάσεις δικές μου.

    Όπως,

    Ένα πλήκτρο αστερία δεν μπόρεσε ν’ αρμέξει Με τη σπιρτάδα από άλμη ούτε μια ρώγα σταφυλιού Που αναφλεγόταν ερήμην μας σε οιωνούς κληματαριάς Ραντίζοντας μ’ άγριο θέρος τις σκιές μας όταν Η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε Το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι Όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας Για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος,

    έτσι, και, ο Λεωνίδας Καζάσης, δεν μπόρεσε να ανθέξει την γραφή σας, απαράμιλλης αισθήσεως θέλξη ονειρική! παρατηρώντας, παραληρώντας, περιμένοντας!

  3. — Η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε Το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι Όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας Για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος, —

    Αυτός ο πίνακας των απεικονήσεων — ποιητικότατα δοσμένων –επιτάσσει, εκμαιεύοντας την κριτική συνείδηση να καταθέσει, ομολογώντας γενικότητες μεν, που διαχρονικά τρομάζουν και θα τρομάζουν, αλλά, ομολογώντας, κραδαίνοντας την σπάθα τής κριτικής, που, δίχως αυτήν η ποίηση, αλλά και η τέχνη ολόκληρη καταντούν το χρυσοποίκιλτο σταχτοδοχείο του κυρίου ωνάση και τών ομοίων του.

  4.  Η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε Το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι Όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας Για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος,

    Ιφιγένεια Σιαφάκα

    Αυτός ο πίνακας των απεικονήσεων — ποιητικότατα δοσμένων –επιτάσσει, εκμαιεύοντας την κριτική συνείδηση να καταθέσει, ομολογώντας γενικότητες μεν, που διαχρονικά τρομάζουν και θα τρομάζουν, αλλά, ομολογώντας, κραδαίνοντας την σπάθα τής κριτικής, που, δίχως αυτήν η ποίηση, αλλά και η τέχνη ολόκληρη καταντούν το χρυσοποίκιλτο σταχτοδοχείο του κυρίου ωνάση και τών ομοίων του.

    Διαχρονικά, η αλμύρα στο έγκαυμα τής ανθρώπινης ψυχής

    Διαχρονικά, τών ανθρώπων η συνείδηση στο χάος,

    την καχεξία της ζωή τους διασφαλίζουν.

  5. Η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε Το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι Όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας Για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος,

    Ιφιγένεια Σιαφάκα

    Αυτός ο πίνακας των απεικονίσεων — ποιητικότατα δοσμένων –επιτάσσει, εκμαιεύοντας την κριτική συνείδηση να καταθέσει, ομολογώντας γενικότητες μεν, που διαχρονικά τρομάζουν και θα τρομάζουν, αλλά, ομολογώντας, κραδαίνοντας την σπάθα τής κριτικής, που, δίχως αυτήν η ποίηση, αλλά και η τέχνη ολόκληρη καταντούν το χρυσοποίκιλτο σταχτοδοχείο του κυρίου ωνάση και τών ομοίων του.

    Διαχρονικά, η αλμύρα στο έγκαυμα τής ανθρώπινης ψυχής

    Διαχρονικά, τών ανθρώπων η συνείδηση στο χάος,

    την καχεξία της ζωή τους διασφαλίζουν.

  6. Η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε Το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι Όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας Για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος,

    Ιφιγένεια Σιαφάκα

    Αυτός ο πίνακας των απεικονίσεων — ποιητικότατα δοσμένων –επιτάσσει, εκμαιεύοντας από την κριτική συνείδηση, ομολογία γενικοτήτων μεν, που διαχρονικά τρομάζει και θα τρομάζει, αλλά, ομολογία που κραδαίνει την σπάθα τής κριτικής, που, δίχως αυτήν η ποίηση, αλλά και η τέχνη ολόκληρη καταντούν το χρυσοποίκιλτο σταχτοδοχείο του κυρίου ωνάση και τών ομοίων του.

    Διαχρονικά, η αλμύρα στο έγκαυμα τής ανθρώπινης ψυχής

    Διαχρονικά, τών ανθρώπων η συνείδηση στο χάος,

    την καχεξία της ζωή τους διασφαλίζουν.

  7. Δίκες για τους ωσάνιδες, δίκες σε θέα δημόσια!

    Δίκες για όσους σκοπό ζωής έθεσαν να γίνουν ωνάσηδες, ή μόνο πλούσιοι εύποροι. Να δικασθούν ως εχθροί τής ζωής, τής ανθρωπότητας! Μα τι λέω ο ανόητος! Εχθρός τής αθρωπότητος είμαι εγώ! ο εχθρός των λαών!

    Εχθρός των λαών, όχι εχθρός τής ζωής.

  8. Δίκες για τους ωσάνιδες, δίκες σε θέα δημόσια!

    Δίκες για όσους σκοπό ζωής έθεσαν να γίνουν ωνάσηδες, ή μόνο πλούσιοι εύποροι, ασχέτως, εάν το πέτυχαν ή όχι! Να δικασθούν ως εχθροί τής ζωής, τής ανθρωπότητος! Μα τι λέω ο ανόητος! Εχθρός τής αθρωπότητος είμαι εγώ! ο εχθρός των λαών!

    Εχθρός των λαών, όχι εχθρός τής ζωής.

Leave a comment