ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Δεν έκανα κάτι σπουδαίο.
Πήγα με τη μαμά στη λαϊκή
με τον μπαμπά επίσκεψη στη γιαγιά
κι ύστερα συνάντησα τους φίλους μου
να παίξουμε μπάλα.
Δεν έκανα κάτι σπουδαίο
κοιμήθηκα παιδί δέκα χρονών
και ξύπνησα μεσήλικας πενήντα πέντε.
Στο μεταξύ πρόλαβα και σου ‘δωσα ένα φιλί.
*
Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ
Χρόνια τώρα
τον συναντούσα στους δρόμους
ευθυτενή και ρωμαλέο
να περπατά μόνος.
Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω
αν ήταν επιλογή ή παιχνίδι της μοίρας.
Είχε αυτάρκεια η μοναξιά του.
*
ΑΠΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΣΕ ΧΕΙΜΩΝΑ
Δεν είναι καλοκαίρι αυτό
ψέματα γράφει το ημερολόγιο
ποιος μου φόρεσε μακρύ παντελόνι;
Άγουρα κορμιά βασανισμένα
σκεπάζουν τα μάτια μου, βουλιάζω
σε παγωμένες οθόνεςπού είναι τα καρπούζια
πού τα ολόδροσα κορίτσια
πού είναι ο Όμηρος κι ο Γιάννης
να με φιλέψουν σπίτι τους.
Χάθηκε η Αμοργός
ξεθώριασε η Αστυπάλαια
ποιος θα με στείλει κατασκήνωση στην Επανομή;
Όχι! δεν είναι καλοκαίρι αυτό
δεν μυρίζει αγιόκλημα.
Κι η θάλασσα καταπίνει
κατατρεγμένους.
Από χειμώνα σε χειμώνα
τώρα πια τα χρόνια μας.
*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.
