Βασιλεία της μοναξιάς
Κατάγομαι από γενιά ανθρώπων ολομόναχων
μέσα στα πλανόδια σώματά τους.
Κι είχαν αυτή την ανάγκη, να είναι ολομόναχοι·
υπακούοντας στη βασιλεία της μοναξιάς
που από αμέτρητα χρόνια εξορίστηκε στο αίμα τους.
Μα εκείνος πρέπει να σωθεί από τη δυναστεία
του αίματός του, που δόλιοι και θρασείς καπηλεύονται.
Θα ’θελα να ’μουν γύπας και λιοντάρι
για να μπορέσω να τον σώσω
κι όχι ένα ακίνδυνο σκυλί που πνίγει το γάβγισμά του
σ’ ένα λυπητερό τραγούδι εποχής.
Να εμπλουτίσω τη μοίρα του
μ’ ανίκητο σπαθί κι αλύγιστη ασπίδα.
Να ηγηθεί της επανάστασης.
Ν’ αποδοθούν μια για πάντα
τα άθλια στους αθλίους.
*
Ιχνογραφία
«Μα πώς τα κατάφερες μέχρι εδώ;» είπα στον εαυτό μου επιτιμητικά. Ήμουν κατάσπαρτη από κενά, εντεταλμένος γύπας με τα νύχια του μπηγμένα στην κοιλιά μού ’τρωγε ήσυχα το συκώτι. Ζωσμένη τη βαριά μου πέτρα, έκανα κύκλους κι έφτανα στην ίδια ερημιά. Ντράπηκα που ζούσα ακόμη, κάτι γύρευα που ξέχασα, που έπρεπε πάση θυσία να το βρω. Ήταν ολόγυρα πάγοι γλιστεροί, χαμένα τα ίχνη ενός φίλου, σφύριζαν σφαίρες μέσα απ’ τα κενά, σχεδόν τυφλή, γύρευα κάτι που ξέχασα, που έπρεπε πάση θυσία να το βρω. Στα δόντια μου ήταν σφηνωμένη φωτογραφία πατρίδας. Μισοκαμένη, μισολιωμένη, αγνώριστη.
*Από τη συλλογή “Οι ερχόμενοι”, Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2024.
