Τί τους δόθηκε αυτονώνε!
Μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά.
Φαρμάκι, μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά
κι ένα μνήμα αλατισμένο δίπλα στο χωράφι των βοδιών
νήσον αμίμονα —
τα κεφάλια τους σαν θαλασσινά κοράκια μέσα στους αφρούς
μαύρες κηλίδες, φύκια κάτω από το φως της αστραπής.
Κονσερβαρισμένα τα βόδια του Απόλλωνα,
δέκα κονσέρβες για κάθε βάρκα.
*
Είμαι η Αντιγόνη και όχι ο Ελπήνορας
ΕΛΠΗΝΩΡ Ι
Je suis Antigone et pas Elpinoras
Je suis Antigone oui/ moi
Je suis morte oui je ne vis plus je vivais
Maintenant je suis morte
mais de temps en temps
je viens et je reviens.
Avec moi j’amène le désir
de vivre encore une fois/
mon corps frémit de nostalgie
de poser de questions/
tant des questions tant des réponses.
C’ est un chemin triste mon amour/
Je suis morte oui je ne vis plus/ Je vivais
mais de temps, en temps je reviens
à travers vos désirs/ vos aspirations /vos appels.
C’ est vous qui me faites venir ici/et moi/
le rien/ et vous les tous/
c’ est pour cela que je reviens.
Je suis ici encore une fois
pour plaire /sentir /danser et chanter
comprendre et aimer/ encore une fois.
*Αφιερωμένο στον Jean Anouilh
*
Lavandula et Nicotiana
ΕΛΠΗΝΩΡ ΙΙ
Τι να πω και τι να ομολογήσω
σε μια πέτρα βάζω φτερά
στο όνειρο ρίχνω πυκνή φωτιά
αφήνω ψηλά το ενύπνιο αυτό
να γείρει να πλαντάξει σε βουνό κρυφό
Συχνά στους πρόποδες βρισκόμουν
θα μείνω
να αισθανθώ ποια είμαι και τι κάνω
και έμεινα σκεπτόμενη την άλλη μέρα
πως είναι να διαβώ μια ξένη χώρα, πέρα
να φύγω από λάθη στεναγμούς
να κολυμπώ σε άδεια βάθη λυτρωμούς
και τότε είδα ένα άστρο να θολώνει παγερά
δεν ήταν το φως που στέρεψε στερνά
αλλά τα δυο μου μάτια κλειστά και αρνητικά
και είπα δυο λέξεις μαγικές να ομορφύνει το σκοτάδι
κάθε μου πράξη και αίσθημα μέσα στο βράδυ,
μα ξύπνησα απ’ όνειρο
και με χαμόγελο πίσω απ’ το στόμα
καθώς η μέρα άρχιζε με ένα βιβλίο του Ελπήνορα
μικρό με φύλλα από καπνό, λεβάντα, φαγωμένα.
*Αφιερωμένο στον Τάκη Σινόπουλο
*
Ο μπαλαντέρ
ΕΛΠΗΝΩΡ ΙΙΙ
Για την ώρα της απόλυτης κρίσης, όταν ο Τολστόι μακριά και ο Ντοστογιέφσκι ξεχασμένος, όταν οι άλλοι θα έχουν κερδίσει, όταν οι δυνάμεις μου θα μοιάζουν με σπασμένα κλαδιά και το κορμί μου θα έχει γίνει ένα φύλλο χαμένο σε να χωμάτινο αυλάκι,
όταν θα με κοιτάτε με ειρωνεία όσο ζω, τότε θα αναστηθώ και θα φύγω με το κρυφό μου χαρτί στην τσέπη του παλτού μου. Ό,τι είδα ό,τι ένοιωσα το παίρνω μαζί μου.
Το σκέφτηκα ένα βράδυ, κάποιο βράδυ της ζωής μου, τότε που ήμουν νέα, τότε που ήμουν τόσο πολύ σίγουρη. Τώρα δεν είμαι τόσο σίγουρη άλλα δεν έχω και κάτι άλλο να προτείνω στον εαυτόν μου, παρά να χάσω την ύστατη στιγμή την ντάμα κούπα.
Το κρυφό μου χαρτί μοιάζει με μια νοσταλγία, αλλά δεν είναι, μοιάζει με ένα όνειρο, αλλά δεν είναι, μοιάζει με μία παλάμη ή με μια φωνή να μου λέει ‘’ έλα μη φοβάσαι ’’ και να μην το εννοεί, μοιάζει με μια αγκαλιά από μάνα και πατέρα, από ένα παιδικό χέρι ιδρωμένο από την αγωνία. Μια νοσταλγία όλη μου ζωή και ποτέ στο παρόν.
Λέω;
Και τι μ’ αυτό;
Λέω και λοιπόν;
Έχω ;
Και όμως έχω..
Και λέω πολλά-
μέχρι να φτάσει η παλίρροια και τότε το κρυφό χαρτί πάλι θα με κοιτά περίεργα.
Δυο τρεις χορδές από ένα τραγούδι, μπορεί να με σπρώξει στο καλό ή στο κακό. Γυρνάω σαν γύφτισσα στις παρυφές του μυαλού μου. Ξετρυπώνω τις εικόνες της ευτυχίας και της ντροπής, ξέρω πως όλα είναι ένα ψάρεμα και η αλήθεια κρύβεται στα ταπεινά τα λόγια.
Μην ξεχνιέστε τυχαία βρεθήκαμε σε αυτόν το τόπο.
Αυτή είναι η νοσταλγία, η νοσταλγία της ζωής, ο νόστος της επιστροφής.
Σκάβω ένα λαγούμι με τα δυο μου χέρια. Γύρω του, φύτευσα, όχι ασφόδελο, μα πικροδάφνη και πιο πέρα, έβαλα έναν ξύλινο στασίδι για να αρθρώσω τον τελευταίο μου λόγο. Θα ψελλίσω και για σένα Ελπήνορα πως από ‘έσχατος πρώτος’.
Θα μιλήσω και για τις μυρωδιές του τόπου μου και εκείνη η φεγγαράδα να ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα, την ξέρα που κάποτε πάνω της προσευχήθηκα και έδωσα όρκο ζωής. Σφηνώνω όλα αυτά στα κύτταρά μου, όπως η κεντήστρα που ρίχνει τις βελονιές μια μια, αιώνια να υμνούν την ομορφιά της γης.
*Αφιερωμένο στον Γ. Ρίτσο
*
To Κουπί του Οδυσσέα
Το κουπί μπηγμένο βαθιά στην άμμο.
Στάθηκε όρθιος ο Οδυσσέας μπροστά στον τάφο
πρόσθεσε και ένα ξερό φύκι
εκεί που ήταν περίπου το κεφάλι,
μ’ ένα σφυρί κάρφωσε οριζόντια ένα ξύλο
κι έφτιαξε τον σταυρό.
«Πώς μπόρεσες να είσαι τόσο ανέμελος»
σκέφτηκε-
τώρα κουφάρι όμοιο με υπόλοιπο ψαριού,
παρά ανθρώπου.
Ο Οδυσσέας κράτησε στο στόμα κλειστό
κατάπιε την σκέψη που γεννήθηκε,
ξεστόμισε μόνο έναν ύμνο της Εκάτης
και απομακρύνθηκε σκεφτικός
Α! Ελπήνορα πόσο ανθρώπινος ήσουν.
Αχ Ελπήνορα εσύ ο πιο αθώος.
Σου έφτανε η παρέα, μια κούπα κρασί γεμάτη
και γέλιο πολύ-
και όλα τα άφηνες σε μένα
μα δες με και έμενα τώρα.
Τιμές και λάβαρα και τιμαλφή στο πάτο της θάλασσας
και κάτι γερασμένους ανθρώπους θα βρω
ανήμπορους-
και έμενα ποιος θα μπήξει ένα κουπί στο τάφο μου
ποιος γιρλάντες θα βάλει από φύκια στο γέρικο μέτωπό μου
πριν ρημαξοσκοτεινιάσει ο ουρανός τ’ αστέρια;
Δεν ήσουν εσύ που θα έμενες άταφος Ελπήνορα
αλλά εγώ-
όπως η Κασσάνδρα προφήτευσε
αφού πια προδομένος και πένης
επιστρέφω-
και μην πιστεύεις τις ιστορίες Ελπήνορα
για γυρισμό γλυκό στα πάτρια εδάφη-
ο γήλιος δεν είναι πια για μας τους δυο.
*Αφιερωμένο στον Γ. Σεφέρη
*Ezra Pound Canto XX (απόσπασμα). Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
