Carl Sandburg | “H νόμιμη δωδεκάτη νυκτερινή” | γενέθλιον

[…]
Κι αν και δεν έγινε καμιά εισαγωγή,
Ο Σάκκο είπε, “Κύριοι, καλησπέρα.”
Και πριν δεθεί το τελικό λουρί για να τον σφίξει
Ο Σάκκο ψέλλισε: “Εις το επανιδείν, μητέρα.”
Κατόπιν έφτασ’ ο Βαντσέττι.
Ήθελε στο απέραντο κοινό του κόσμου όλου
Να το πει αυτό που κουβαλούσ’ εντός του.
Ήταν η ώρα να το πει.
Έπρεπε ή τώρα να μιλήσει ή να χαθεί για πάντα στη σιωπή.
Το κράνος προσδενόταν γύρω απ’ το κεφάλι.
Σφίγγονταν τα λουριά που του ‘κλειναν το στόμα.
Κραύγασε, “Θα ’θελα κάποιους να τους συγχωρούσα
Γι’ αυτό που κάνουν τώρα.”
Και λοιπόν τώρα
Είν’ όντως πεθαμένοι οι νεκροί;

[Ο ποιητής Καρλ Σάντμπουργκ (1878 – 1967), που γεννήθηκε στο Ιλινόι και προερχόταν από οικογένεια φτωχών σουηδών μεταναστών, υπήρξε μέγιστη μορφή της αμερικανικής ποίησης. Στον Σάντμπουργκ, που είχε εγκαταλείψει το σχολείο από νωρίς για να κάνει όλες τις δυνατές δουλειές και το ξανάρχισε λίγο αργότερα για να συγγράψει, απονεμήθηκαν τρία βραβεία Πούλιτζερ.]

*Απόδοση: Σόφη Γιοβάνογλου.

Leave a comment