ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ
Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ’ αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.
Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
-Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου–
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.
Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.
Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.
Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας.
*Από τη συλλογή “Η νυχτωδία των συνόρων”, 1986.
*
ΤΣΑΚΙΖΩ ΤΙΣ ΛΙΑΝΕΣ ΕΛΙΕΣ
Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.
Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε
Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;
Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.
*Από τη συλλογή “Κατώφλι και παράθυρο”, 1962.
*
ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΖΗΤΩ
Την αρμονία νʼ ακούσω ζητώ
τη μουσική της γαλήνης
όπως απʼ τα λιβάδια ακούγεται
την ώρα που τʼ άστρα δακρύζουν
και την πρωινή πάχνη υφαίνουν.
Τότε αναδείχνεται του αγκαθιού το φύλλο
σαν ασημένιο κέντημα πάνω στο χώμα
η εύνοια τʼ ουρανού προσγειώνεται
και προστατεύει τον ύπνο του σπόρου.
Άγια τα γήινα, μα εγώ έχω κινήσει
για των ερωτημάτων τους κόσμους,
διάλειμμα στη θλίψη η περιέργειά μου.
Ανία της έντασης
πλήξη των σχέσεων και πλήξη της μοναξιάς
να ξεφύγω θέλω και να φύγω ακμαία,
με τη γύρη των άστρων νʼ αφομοιωθώ.
Νεφέλη πάνω απʼ το κάστρο αυτό να με σηκώσει.
*Από τη συλλογή “Ουρανία”, 1978.