Charles Bukowski, Εξομολόγηση γι’ αυτούς που δεν ανασαίνουν στις κηδείες

το γουρούνι τσακώνεται γιά
το μέγεθος τοῦ ἥλιου
καί χίλια μηδενικά σάν μέλισσες
προσγειώνονται στο δέρμα μου κι
ἡ ὀνοματολογία τῶν κραυγῶν μου
σ’ ἕνα μικρό δωμάτιο
κουβαριάζεται σ᾿ αὐτές τις λύσεις:
γερτυιοπά
αστφκχζκλι;
ζξσβμπνμ,./! –
ἕνας κοκαλιάρικος στρατός
σούπα ἀπό κόκαλα σκουπιδιῶν
αὐτή ἡ σπαταλημένη μπογιά!
μᾶς λήστεψαν δίχως
ὅπλακομματιαζόμαστε σάν σανίδια καί
τριζόνια.
κομματιαζόμαστεκρατῶ ἕνα πεθαμένο λουλούδι στον ἥλιο.
εἶν᾿ εὔκολο.διασχίζω παλιά δωμάτια καί θαυμάζω τόν Μπαλζάκ.
80 μυθιστορήματα και τώρα εἶναι νεκρός καθώς στέλνω ἕνα μικρό ποίημα στή Νέα
᾿Ορλεάνη καί τό ξετυλίγεις καί κοιτάζεις τόν ἐραστή σου’
καὶ δὲν εἶμαι ὁ ἐραστής σου
καί δέν εἶμαι κανενός ὁ ἐραστής
ψάχνω τόπους γιά νά πετάξω σερπαντίνες μαύρων φιλιῶν
ἀπό σκίουρους. ἡ ὥρα εἶναι 8 νύχτα ἤ πρωί. μόλις γύρισα.
τό σύστημα με συνθλίβει και ξεντύνομαι.

*Από το βιβλίο «Μπουκόβσκι: Επιλογή από το έργο του» (Εκδόσεις Η Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980). Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανός.

Leave a comment