Τάσος Πορφύρης, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΟΣ ΑΝΕΜΟΣ


Όλο κι όλο είν’ ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη του επάνω πατώματος
ούτε λόγος πως δε μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο
τα παιδιά συνεχίζουν το παιχνίδι τους
ο παππούς αλλάζει σελίδα· έχει κιόλας ξεχάσει
και μοιάζει ευτυχισμένος παρακολουθώντας το Χρηματιστήριο Αξιών
Μονάχα η μάνα αφήνει για μια στιγμή τη δουλειά της
σαν ν’ αφουγκράζεται από πολύ μακρυά:
«Φυσάει απ’ τον παλιό καιρό», ούτε που το ψιθυρίζει
και ξανασκύβει στο πλεχτό
Κι εκείνος ειν’ εδώ ανάμεσά μας και δεν ξέρει
πού να βάλει τα χέρια του
πού ν’ ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο πού βγαίνουμε τρέχοντας απ’ το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
στον κήπο
στα κάγκελα
στ’ αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα τα κορδόνια των παπουτσιών του
Έτσι ξημέρωσε και τούτ’ η μέρα
κρατώντας απ’ το χέρι έναν απαρηγόρητο άνεμο.


*


ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


Τούτο το μαχαίρι είναι γερά μπηγμένο
Στα πλευρά μου ανάμεσα
Καμπουριάζω απ’ τον πόνο
Παραμιλώ απ’ τον πόνο
Δεν μπορώ να ρίξω ένα ρούχο πάνω μου
Δεν μπορώ να βγάλω το μαχαίρι ή
Να το σπρώξω βαθύτερα
Βολεύτηκα επί πλέον προσέχω
Πώς κάθομαι πού στέκω πώς
Κοιμάμαι μα ποιος ενδιαφέρεται;
Ο καθένας αγκαλιά με την πληγή του.

Leave a comment