Philip Levine (1928-2015), Δύο ποιήματα

The Simple Truth / Η Απλή Αλήθεια

I bought a dollar and a half’s worth of small red potatoes,
took them home, boiled them in their jackets
and ate them for dinner with a little butter and salt.
Then I walked through the dried fields
on the edge of town. In middle June the light
hung on in the dark furrows at my feet,
and in the mountain oaks overhead the birds
were gathering for the night, the jays and mockers
squawking back and forth, the finches still darting
into the dusty light. The woman who sold me
the potatoes was from Poland; she was someone
out of my childhood in a pink spangled sweater and sunglasses
praising the perfection of all her fruits and vegetables
at the road-side stand and urging me to taste
even the pale, raw sweet corn trucked all the way,
she swore, from New Jersey. “Eat, eat” she said,
“Even if you don’t I’ll say you did.”


Αγόρασα πατατάκια κόκκινα αξίας ενάμιση δολαρίου,
τα πήρα στο σπίτι, τα έβρασα με τη φλούδα τους
και τα έφαγα για δείπνο με λίγο βούτυρο και αλάτι.
Μετά περπάτησα μέσα από τα ξερά χωράφια
στην άκρη της πόλης. Στα μέσα Ιουνίου το φως
παρέμενε στα σκοτεινά αυλάκια κάτω από τα πόδια μου,
και στις βελανιδιές του βουνού πάνω από το κεφάλι μου τα πουλιά
συγκεντρώνονταν για τη νύχτα, οι καρακάξες και οι μιμητές
κραυγάζοντας μπρος-πίσω, οι σπίνοι ακόμα πετούσαν
μέσα στο σκονισμένο φως. Η γυναίκα που μου πούλησε
τις πατάτες ήταν από την Πολωνία· ήταν κάποια
από την παιδική μου ηλικία με ένα ροζ πουά πουλόβερ και γυαλιά ηλίου,
επαινούσε την τελειότητα όλων των φρούτων και λαχανικών της
στον πάγκο δίπλα στο δρόμο και με προέτρεπε να δοκιμάσω
ακόμα και το αχνό, ωμό γλυκό καλαμπόκι που είχε μεταφερθεί,
όπως ορκιζόταν, από το Νιου Τζέρσεϊ. «Φάε, φάε» έλεγε,
«Ακόμα κι αν δεν φας, θα πω ότι το ‘φαγες».


*


Some things
you know all your life. They are so simple and true
they must be said without elegance, meter and rhyme, 
they must be laid on the table beside the salt shaker,
the glass of water, the absence of light gathering
in the shadows of picture frames, they must be
naked and alone, they must stand for themselves.
My friend Henri and I arrived at this together in 1965
before I went away, before he began to kill himself,
and the two of us to betray our love. Can you taste
what I’m saying? It is onions or potatoes, a pinch
of simple salt, the wealth of melting butter, it is obvious,
it stays in the back of your throat like a truth
you never uttered because the time was always wrong,
it stays there for the rest of your life, unspoken,
made of that dirt we call earth, the metal we call salt,
in a form we have no words for, and you live on it. 

Κάποιες αλήθειες
τις ξέρεις όλη σου τη ζωή. Είναι τόσο απλές και αληθινές
που πρέπει να ειπωθούν χωρίς κομψότητα, μέτρο ή ομοιοκαταληξία,
πρέπει να τεθούν στο τραπέζι δίπλα στο αλατοπίπερο,
στο ποτήρι με νερό, στην απουσία φωτός που μαζεύεται
στις σκιές των κορνιζών, πρέπει να είναι
γυμνές και μόνες, πρέπει να στέκονται μόνες τους.
Ο φίλος μου ο Ανρί κι εγώ φτάσαμε σε αυτό μαζί το 1965
πριν φύγω, πριν αρχίσει να αυτοκαταστρέφεται,
και οι δυο μας να προδώσουμε την αγάπη μας. Μπορείς να γευτείς
αυτό που λέω; Είναι κρεμμύδια ή πατάτες, μια πρέζα
απλού αλατιού, ο πλούτος του λιωμένου βουτύρου, είναι προφανές,
παραμένει στο βάθος του λαιμού σου σαν μια αλήθεια
που ποτέ δεν εξέφρασες γιατί ο χρόνος ήταν πάντα λάθος,
παραμένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή σου, ανέκφραστη,
φτιαγμένη από εκείνη τη γη που ονομάζουμε χώμα, το μέταλλο που ονομάζουμε αλάτι,
σε μια μορφή για την οποία δεν έχουμε λέξεις, και ζεις πάνω της.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Leave a comment