(… μόνο να σβήνω και να γράφω μετ’ ευτελείας
στα ματωμένα μου τεφτέρια…)
Χρεωμένος σαν τις χώρες του νότου
και δακτυλοδεικτούμενος συλλαβίζω απ’ την αρχή την αλφαβήτα.
Σκοντάφτω διαρκώς πάνω στο Κάπα
κι απ’ τη συνίζηση μέχρι την έκθλιψη
περιγράφεται ολόκληρη η περιπέτεια του βίου μου.
Απ’ το δικό μου χέρι τίποτε δεν καρπίζει,
τίποτε δεν μεταμορφώνεται.
Το στάρι μένει στάρι, το ξύλο μένει ξύλο,
η πέτρα μένει πέτρα.
Κι εγώ γεμίζω την κοιλιά μου, τυλίγω το κορμί μου,
λάθρα βιώσας, στα γεννήματα των άλλων.
Την τέλεια πενία μου συμπληρώνει η αχανής,
η αγέραστη ήπειρος των λέξεων,
με αρχέγονες ρίζες και διακλαδώσεις,
με εκλεκτικές συγγένειες και υποσημειώσεις,
αφ’ εαυτές, με τη δική τους, εσωτερική, εικονοποιία
ή ρέουσες, μες στα ποτάμια του Ομήρου
και στα ρυάκια των Λυρικών.
Γιατί, ακόμη και οι λέξεις μου, δικές μου δεν είναι.
Κι ο χρόνος είναι δανεικός ή εξαγορασμένος.
Για να μπορώ εγώ σήμερα να γράφω, μετ’ ευτελείας,
στα ματωμένα μου τεφτέρια,
κάποιοι καταδικάστηκαν σε πλήρη αφωνία,
στην επαρχία, στο υπόλοιπο Αττικής,
στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική ή στην Ασία.
Κι έτσι, ως το λαιμό, είμαι χρεωμένος.
Κι όμως, εν τέλει, τι μπορώ;
Μόνο να γράφω. Να σβήνω. Και να γράφω
*Από τη συλλογή “Άλαλο”, εκδόσεις Τυπωθήτω 2013.
