Κοιτούσες τα γδαρμένα μου γόνατα
εγώ το τσέρκι στα χέρια σου
και ανάμεσά μας να σέρνουν
όλοι οι αμαρτωλοί
τον Έρωτα.
Να καταφθάνουν οπλοφορούντες τιμωροί
και πίσω τους πλήθος επαιτών
ψηφίδες αγριεμένες.
Μη σκιάζεσαι πλαστήκαμε από συντριβή
δε βάλλεται ο άνθρωπος απ’ τις θάλασσες
και ας παραμονεύουν.
Και μόνο τα ανείπωτα αρκούν
για να σωθεί η αθωότητά μας.
