Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ

Δε μου επιτρέπεται να πίνω
Έχω ευάλωτο συκώτι
Ούτε και να καπνίζω
Οι πνεύμονες μου είναι κι αυτοί ευάλωτοι
Δε μου επιτρέπεται η χρήση ψυχοτρόπων
Αναζωπυρώνουν την επιθυμία αυτοχειρίας
Ούτε να σκαρφαλώνω στην πλαγιά
Να κολυμπώ στην κρύα βραχώδη θάλασσα

Μου επιτρέπεται το τζιν και η μπύρα χωρίς αλκοόλ
Να ατμίζω γλυκερίνη
Να καταπίνω ζάναξ
Να περπατώ στον κυλιόμενο διάδρομο
με ελαφρά μόνο κλίση
Να κολυμπώ στην ουροδόχο μέσα κύστη
της Δευτέρας
της Τρίτης
της Τετάρτης
της Πέμπτης
της Παρασκευής
του Σαββάτου

Τις Κυριακές
σηκώνω τα νεκρά παιδιά μου

ούτε ένα, ούτε δύο –έξι παιδιά– κοτζάμ δυο μέτρα

Τα πλένω, τα χτενίζω
Τους βάζω τα καλά τους
Τραπέζι στρώνω
Καταμεσής μια πέτρα παγωμένη
Κι ολόγυρα
Κριθάρι, κουκιά, λούπινα

Κανείς να μην αναστηθεί

Τους παραγγέλνω

*

ΑΤΡΟΠΟΣ

Τέτοιο μπουρίνι μανιασμένο που σηκώθηκε,
μεσονυχτίς,
που έδωσε μια
κι άνοιξε διάπλατη την πόρτα στο σκοτίδι.
Σκιάχτηκε το σκυλί
κι όρμησε μες στη νύχτα
(κι ούτε που ξαναφάνηκε).
– Μου ’πεσε κι άνοιξε κι αυτό,
μονολογούσε η λεχώνα οργισμένη,
στα θηλυκά τα σκέλια του νεογέννητου θωρώντας
τη ροδαλή πληγή, τη σχάση
κι έδενε κόμπο τ’ άντερο, τον λώρο.

Θηλιά να πεις, θηλιά

Ύστερα, χωρίς να περιμένει νύχτες τρεις,
τις άλλες δυο

τις μοίρες λέω

μονάχη αυτή και μοίρανε και μοίρασε.

Να ’μαι λοιπόν.
Μια ακόμα θηλυκιά.
Ίδια, όπως οι προβατίνες, οι αγελάδες και οι σκύλες.
Κι ολόιδια, όπως αυτές,
δεν επιτρέπεται να τρώω τσάμπα το ψωμί μου.
Ξανθιά.
Πάει να πει: τα θέλει ο κώλος μου.

Κακότροπη κι αυθάδης

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Αυτόπτης μάρτυρας των κεραυνών

Μου λείπουν
οι μακρόσυρτες βροντές, το ξυπόλητο ποδοβολητό
της βροχής, η μυρωδιά απ’ τα φρύγανα της πλαγιάς.

Οι φωνές του γερακιού, της πέρδικας, του κοτσυφού,
της σκλόπας, του συκοφά, του κοκκινομπέτη,
του τρυποφράχτη, του ζιγαρδελιού.

Η μυρωδιά απ’ τα έχνη, το καθησυχαστικό αναχάραγμά τους,
η αψιά μυρωδιά του κατωγιού, η γαλανή, η κανέλλα,
το φρογό, η κουτσοκέρα.

Τα μανουσάκια στο γυραλάκι του λιόφυτου, οι πετροφιλ λιές
στο Σοχορέλι, οι πρίμουλες του ποταμού, οι παπαρούνες
στη Δρακόβρυση, τα βάτσινα στο Σφανταχτόρυακο,
τα πεντάνευρα στην Κρυγιά Βρύση, ο σταφυλίνικας στον Αϊ-Γιώργη,
οι χατζίκοι, οι κουτσουνάδες και το μαγιοβότανο.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα 2024.

Leave a comment