Ο καφές
Όμορφη και γλυκιά παλεύει η μοίρα μου
με τα κατακάθια του καφέ
το αύριο κρέμεται σα χριστουγεννιάτικη μπάλα
Μπορεί από καπνό κι αλάτι
μπορεί από κρύσταλλο
ως τότε λούζομαι στους ατμούς της αγάπης
και δεν ελπίζω να έχει διάρκεια
Δε θα γεννήσουμε μαζί τα παιδιά μας είπες κάποτε
και το φως μαραίνεται στο ταβάνι
Όλοι οι ποιητές μιλούν για το φως
για να κρύβουν όσα φαίνονται
Μου φτάνει το φεγγάρι και η θάλασσα
μέσα της ένα τραπέζι και δύο καρέκλες
τα πόδια των αντικειμένων
να είναι βυθισμένα ως τη μέση
στο νερό
στο τραπέζι ένα ποτήρι
ένα χέρι θα το γεμίζει
μ’ αυτό θα αδειάζει στον ίδιο χρόνο
κι ένας ψυχίατρος θα τρέξει
να ερμηνεύει τα σύμβολα
*Από την συλλογή «Η Σκουριά του Μεγαλέξανδρου» (1978)
*
Η ψυχοσώστης
Πήρε το καλαθάκι της και τράβηξε στις λάσπες
βουτώντας τα χέρια και ανασύροντας κάτι εδώ κι εκεί
Στεκόμασταν κι εμείς στην άκρη της λάσπης συζητώντας
ψάχνοντας που και που μπροστά μας
δίχως ζήλο
Όσο που σήκωσα τα μάτια και την είδα
σεμνή φιγούρα στα χρώματα του δειλινού που υποχωρούσε
Τότε έλαμψε πόσο πάθος είχε για τη δουλειά της ·
πόση αγάπη
Πότε προχώρησε;
Πότε όλα της έγιναν απόμακρα
η παρέα, τα απομεινάρια της χτεσινής γιορτής;
Ξεχώρισε από όλους μας – ερασιτέχνες
Το πάθος της δουλειάς της
την έφερε ως την γάμπα στα νερά
χωρίο πλημμυρισμένο να ανασκάπτει
*Από την συλλογή «Φυτά του ύπνου» (2000)
