Σ΄αυτά τα τρένα συμφώνων
που τα διατρέχουν Σβάνοι, Μιγγρελοί, Λαζοί.
-μ’ άγριες μπαρουτοκαπνισμένες γενειάδες,
πότε με κοφτερά μαχαίρια έτοιμοι για πόλεμο
και πότε με χαμόγελα άπιαστης ευτυχίας
πρόθυμοι να πατήσουν κατακόκκινα σταφύλια,
μουρμουρίζοντας καντάδες για τις αγαπημένες τους
και να καλοδεχτούν τους ξένους-
μπήκα χωρίς φόβο.
Από βαγόνι σε βαγόνι ταξιδεύει ο νους
-θα χρειαστείς το Χρυσόμαλλο Δέρας,
τα πόδια μου για να πετάξουν θέλουν χιλιάδες πεταλούδες,
σμήνη ολόκληρα χελιδονιών και γλάρων,
να μη στερήσουμε το σύμπαν απ΄ τις διαφυγές του.
Το σώμα πίσω, στην Ηπείρου,
μετέωρο έμεινε μες στις σκιές, στην πίσσα της ασφάλτου,
ν’ αποφεύγει τις δεσμεύσεις των ρημάτων.
Τι που κοχλάζουν ανυπόμονα οι λέξεις;
Χείλη σφιχτά κλεισμένα εδώ.
Άφησα τα μάτια μου να κλαίνε
με τις μητέρες που κάτω
απ’ τα τσαντόρ, τα χιτζάμπ, τις μπούρκες,
θρηνούν πεθαμένα παιδιά και χαμένους συγγενείς
-η θάλασσά μας νεκρούς σπαρμένη-
με τις γυναίκες που τις θέρισαν φονιάδες,
σφαγμένες, πυροβολημένες, πνιγμένες,
όλες τους,
με ‘κείνες που εκπορνεύονται δεμένες με τα μάγια…
Τα χέρια μου -γροθιές σφιγμένες- μαζί τους
-χέρια κουρασμένα απ’ τ’ αντισηπτικά
που βάφω μωβ τα νύχια τους
γιατί δεν σταματώ ν’ αντιστέκομαι!-
χέρια αχρείαστα ίσως
γι’ αγκαλιές που ακύρωσε (;) ο χρόνος.
Ποιος ξέρει…
Έξω απ’ τα παράθυρα των βαγονιών
χρυσά στάχυα, ξαφνιασμένα άλογα,
γέλια κοριτσιών, μυρωδιά ψωμιού φρεσκοψημένο,
άγουρα καλοκαίρια και σκονισμένα μπλουζ
με προσπερνούν.
Βλοσυροί άγιοι-φυγάδες από μισογκρεμισμένα μοναστήρια,
ηλιοκαμένοι αγρότες με κρυστάλλινα ποτάμια στις πλάτες τους,
φαντάσματα πολεμιστών με το καινούριο αλφάβητο νωπό στις σέλες τους
κι εσύ, εσύ, εσύ…
Μια πρό(σ)κληση ανοιχτή
-πού να σου εσωκλείσω την καρδιά μου;
*Από τη συλλογή “Συναντήσεις με αγνώστους Μακριά απ’ την Κοιλάδα των Ρόδων”, εκδόσειςτωνάλλων, 2025.
