Adrian Kasnitz, Αφεντικά

Ο πατέρας μου δούλεψε σε πολλές φάμπρικες
στην πόλη. Πουθενά δεν έμεινε πολύ και παντού
τον θεωρούσανε ηλίθιο. Ακόμα κι όταν
έκανε ακριβώς τη δουλειά που του είχαν αναθέσει.
Όχι όμως όσο γρήγορα όφειλε. Στη γραμμή συναρμο-
λόγησης, στην αποθήκη, κάποιες φορές στον κήπο.
Μπορούσε τα πάντα και δεν μπορούσε τίποτα.
Έκανε λοιπόν τα πάντα ποτέ όμως όπως
ήθελαν οι διοικούντες, που δεν ήξεραν καν
το όνομά του. Ήταν  απλά ένας ανειδίκευτος
που δεν ήξερε καλά καλά να γράφει.
Μπορούσε όμως να διαβάσει τα σπειρώματα, τις ραβδώσεις,
τους αρμούς και τις θυρίδες. Παραήταν δυνατός
παραήταν αδύνατος, πάντα έβρισκαν τρόπο
για να τον ξεφορτωθούν. Ήμασταν ευτυχείς όταν
είχε δουλειά, γιατί τότε δεν παρίστανε στο σπίτι
το αφεντικό. Δούλεψε στην Busch-Jaeger
Στη Phoenix, στη Vossloh, στη Wilesco και
κάθε που διασχίζουμε την πόλη με τ’ αυτοκίνητο
πάντα μου δείχνει τα μέρη όπλο δούλεψε: “Έχω δουλέψει
εδώ, κι εδώ, κι εδώ”. Ποτέ δεν είπε: “Πέθανα
Στη δουλειά”, ποτέ δεν είπε: “Δούλευα σαν το σκυλί”.
Η δουλειά ήταν αναγκαίο κακό, ποτέ δεν σε καθόρισε
ποτέ δεν ήταν έκφραση της ταυτότητάς σου. Αυτό
ισχύει ακόμα για μας. Δεν ανήκουμε πουθενά και σε κανέναν.
Είμαστε απλά άνθρωποι, απλοί άνθρωποι, που δεν θέλουμε
να είμαστε αφεντικά, που δεν ανεχόμαστε τ’ αφεντικά.

Adrian Kasnitz (1974)  από τα «Εννέα Ποιήματα», μετάφραση από τα γερμανικά Zazra Khaleed, περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 33. Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025.

Leave a comment