Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποιήματα

Η λέξη ποιητής

Ο ποιητής δεν είμαι προφήτης, είμαι η δόξα
του πρωινού. (Είμαι; Παίζω στα ζάρια το «θα»,
όπως όταν σκάβεις ένα άστρο
και τινάζονται από μέσα εξέχοντα ορυκτά.)
Πάντα αθώο το μήλο όταν πέφτει – δεν ξέρει
την κατάσταση της πτώσης από πριν.
Ενώ ο ποιητής γνωρίζει τον θάνατο γι’ αυτό
σκιρτά στις ενάρξεις.
Κυλά στο πληκτρολόγιο το νυν το αεί ο
αόριστος ο τετελεσμένος μέλλων
το τετελεσμένο τιτίβισμα του πτηνού μου
που πάντα με γλυτώνει από τον χρόνο.
Σε αυτά τα απόκρημνα σκαλοπάτια
από ρόδα κι αγκάθια, από άγρια χόρτα και ζώα,
η χαρά φωνάζει: κράτα με να γίνω η πολυθρόνα,
ο καναπές σου, η τηλεόραση, το χαλί, ο πολυέλαιος,
η κουζίνα, η βρύση.
Η ζωή μου καθιστή ή ξαπλωτή ή σε καρέκλες τραπέζια
από λέξεις που ξυπνούν ξαφνικά μέσα σ’ ένα ελάφι
(γι’ αυτό αγαπώ τη δροσιά
την παράξενη φύση των βρύων).
Οι λέξεις λόχμες. Κι άλλοτε φτερά από αηδόνι.
Όμως πάντοτε επιστρέφει το ερώτημα:
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
(σαν βροντή σαν χαλάζι στο Κατοικητήριο
των Ιμαλαΐων
ή
σαν στόμα που προσκαλεί το
γράμμα άλφα μέσα στο ποίημα, δηλαδή
ένα ζαχαρωτό της έναρξης).
Σ’ αυτό το «θα» ποιο νόημα να
δώσω; Το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή
του τίποτε;
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
–δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η
δόξα του πρωινού.

Η γλώσσα διόρισε την Κλεοπάτρα υπηρέτη, στην εξιστόρηση
επεισοδίων της ζωής να βάζει στο βάζο λόγια με αγκάθια και
ερήμους, άλογα με φτερά και ηνιόχους. Όμως η ποιητής άλλα
κοιτάζει, άλλα θαυμάζει, αντί ν’ ανοίγει βεντάλια με στίχους,
λέει:
να γίνω η αμνός.

Σε συστάδες φωτός φωνασκεί η φωνή του Μάρκου Αυρήλιου,
καθιστή στους ίππους χρεμετίζει.: Περιορίσου στο παρόν. (Το
παρόν υπάρχει,; Από τα χέρια του βγάζει χέρια, σε καλεί σε άλλες
πόλεις σε άλλους πολίτες, σκύβει επάνω σου με πλανήτες και
φανταχτερά οπωροφόρα, σε νικά με το δάγκωμα της αμεριμνησίας.)

*

Το δεν είμαι ακόμα

Η γλώσσα γράφει. Η ποιητής
παρατηρεί τον εαυτό της. Ο εαυτός της γλώσσα
διαρκώς εκτείνεται, αφήνει πολλά ονόματα, ομιλίες
φάτνες και νεογέννητα – εδώ κι εκεί μεταπηδά,
χωρίζεται σε πολλά, κλέβει ό,τι βρει,
υπόσχεται να φέρει
μια αύρα καλοκαιρινή μες στη λογιστική.
Είναι η διαίρεση της γλώσσας συγγενής με τον πολλαπλασιασμό;
ή χρειάζεται απλώς η συμπύκνωση
για να προσθέσεις αυτό το
δεν είμαι ακόμα.
(Φράση ακατανόητη; Μάλλον όλα δείχνουν
πως το άρτιο καθυστερεί.)
Ίσως το άρτιο είναι ο κορυδαλλός.
Ή μία κότα που γεννάει το αυγό της.
Ή το αυγό που έγινε από την κότα
και τώρα κυλάει σαν μπαλίτσα
ως τα θεμέλια του σπιτιού.
Η λέξη σπίτι, αγαπητοί ακροατές: εννοώ κρυστάλλινα ποτήρια σ’
ένα τραπέζι με επίμονους συνομιλητές.

*Από τη συλλογή “Το δεν είμαι ακόμα”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2022.

Leave a comment