Δημήτρης Μιχελουδάκης, Λέγειν

Από εμένα και τον Αγησίλαο
η ζωή μόνο ραθυμία μπορούσε να περιμένει εκείνη την περίοδο. 

“Εγώ πότε δε βαριέμαι τη βαρεμάρα”, μου ‘πε. 

“Ναι, αλλά σε παίρνει γιατί έχεις εμένα, 
σε ποτίσω, σε ταΐζω, σου ‘χω πάντα 
το κρεβάτι σου έτοιμο. “

Τα μάτια του έπαιξαν πέρα δώθε 
σα σταγόνες λαδιού. Χασμουρήθηκε, 
κι έφυγε καμαρωτός. 

Τελευταία μιλάει πολυ. 
Συγκριτικά με παλιότερα, τουλάχιστον, 
που σπάνια του ‘παιρνες λέξη.
Όσα ξεστομίζει έχουν μια γνησιότητα, 
λες και βάζει σε λεξεις μόνο ό,τι του μετακινεί το αίμα. 

Μετά από κάμποση ώρα γύρισε.  
Κάποιες τρίχες απ’ το μουστάκι του
κουβαλούσαν σταγόνες νερού 
κι έπεφταν ίσιες σα τις βελόνες
της γιαγιάς, τις μικρές
που είχε για να μου πλέκει τερλίκια,  αμίλητη για ώρες στην ξύλινη καρέκλα,(κάθε κόμπος της κάλπαζε
μετά τον άλλον), προσηλωμένη στον σκοπό της, χωρίς να το ξερει, 
έδενε με φροντίδα το παρελθόν στο μέλλον.

Ο Αγησίλαος με κοίταξε με το γνωστό αλαζονικό του ύφος: 
“Μας το χε πει ο κτηνίατρος 
πως το φάρμακο παίζει 
να προκαλέσει παραισθήσεις”.

Leave a comment