Παύλος Ανδρέου, Ρεσάλτο

Ακούστηκαν οι πόρτες
της βιβλιοθήκης να κλειδώνουν.
Οι βιβλιοθηκονόμοι
εξάρθρωσαν τους ώμους
αρνούμενοι να παραδώσουν κωδικούς
απ’ την παγκόσμια ποιητική παραγωγή.
Τρία ρομπότ μεταλλικά
στο κάδρο της εφόδου.

Το πρώτο με το στόμα μεγαφώνου
ούρλιαζε σαν στοιχειό υστερικά:
«Μη χάνετε ούτε στιγμή
τα κίτρινα απ’ τον καιρό ποιήματα
με τα βαθιά νοήματα
αμέσως στη σακούλα
να νιώσει το μεγάλο αφεντικό
πως είναι από δω και μπρος το μέλλον».

Το δεύτερο κατάπινε ασύστολα
σελίδες δημιουργικής γραφής
απ’ τα σπασμένα ράφια
ξερνώντας θεωρίες ακατάληπτες
και άγνωστες κουφές φιλοσοφίες.

Το τρίτο έφτιαχνε τη λίστα εκτελέσεων
με τα ονόματα των ποιητών
που ορκίζονταν στη μοναξιά
πως έγραφαν μονάχοι.

Συρτάρια άδειαζαν καθώς
καρδιές χτυπούσαν δυνατά
μέσα σε τόμους και τετράδια δακρυσμένα.
O αρχηγός απ’ τον ασύρματο διέταξε:
«Αν κάποιοι αναγνώστες δυσπιστούν
ριπές υγρών μεταλλικών στα μούτρα».

Ήταν εκείνη η στιγμή
που ένας προφήτης ποιητής
σωριάστηκε κατάχαμα
σφίγγοντας ένα χαϊκού ημιτελές-
κανείς δεν έμαθε αν έμεινε στον τόπο.
Τότε κατάλαβα.
Δεν έκλεβαν βιβλία.
Ταρίχευαν ποιήματα σε μνήμες μηχανών
για ν’ αναστηθούν αργότερα
με τις υπογραφές τους.

(Σάμπως και δεν το ξέραμε
πως κάποιοι ποιητές
γράφουν με χέρια τεχνητά
εδώ και τόσα χρόνια…)

Leave a comment