………………………………………………
Γιατί πριν να βουλιάξει αυτή η τελευταία μας νύχτα
Η άπειρη
Τη λαβή των μεγάλων συγκρίσεων
Όταν πάνω μου φώναζαν τα ωραία πουλιά
Τα ερείπια σκεπάζοντας
Και τα ψάρια νεκρά παρασύροντας
Με το σώμα τους τα πουλιά
Σαν ακέραιο σχήμα οδηγούμενο
Τρωκτικά και ψάρια μαζί
Έγχρωμα ακόμη στην πλευρών τους τα πλάγια
Οδηγούσαν ήταν όπως κατάλαβα μόνο αργότερα πουλιά τρομερά
Απ΄ τα μάτια μου αρχίζοντας να ραμφίζουν
Τους κρωγμούς των πουλιών ποιοι θυμούνται
Θα μάθουν τι εσήμαιναν τα πουλιά
*Απόσπασμα από το ποίημα “Τις πρώτες ώρες που περνάνε στο ποίημα οι τυφλοί”
………………………………………………..
Ήταν το σκότος κι ο βουβός ο μεγάλος ο θρόμβος του ανέμου που όταν στέκεται περιμένοντας είναι ο ίδιος πυκνός βασιλιάς
Κι είχα να πάω στην πρεσβεία των ασύδοτων τότε εγώ εκεί όπου διαβλέπεις δεν αισθάνεσαι πριν νάρθει ο καιρός
Κατεβαίνει στα γόνατα του καθήμενου, του εκτός κεραυνών κι υπεράνω βροχών, καταφεύγει στον γνώριμο του λευκού και του μαύρου, το άγριο πουλί
Κατέφυγα στα απρόσιτα όπως λαός εν διωγμό
*Απόσπασμα από το ποίημα “Πρέπει οι τυφλοί να λένε συχνά στα παιδιά παραμύθια”
**Από το “Η έννοια των τυφλών” (1962).
***Τα ποιήματα πάρθηκαν από το συλλογικό τόμο με ποιήματα της Ελένης Βακαλό με τον τίτλο “Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995.
