1
Μία επίπλαστη ευμάρεια κονιορτοποιεί την ύπαρξη. Κοφτοί, χοντροκομμένοι άνθρωποι παζαρεύουν και παζαρεύονται. Εκπαιδευμένοι τη χρησιμοθηρική αμνησία της μνημοσύνης, χαιρετούν μόνο εάν έχεις συναλλάξει μαζί τους πληροφορίες, προϊόντα και νομίσματα. Το τάβλι στους καφενέδες είναι η πρόφαση της εκ γενετής ρουφιανιάς και η εγκαθίδρυση της ακίνητης/ανίκητης υποδούλωσης. Μύγα στο σπαθί του, κανείς! Αλλά ποιο σπαθί; Αυτό που δεν τραβήχτηκε ποτέ απ’ το θηκάρι, αυτό που κατ’ όνομα και κατ’ επίφαση περιφέρει ένα άξεστο αδελφοκτόνο αντριλίκι και μια χαμηλοβλεπούσα ιερόδουλη πρακτική ή αυτό που τοκίζει από καταβολής στο πλέον κατάπτυστο ανταλλακτήριο συνειδήσεων;
2
Ένα σαθρό οικοδόμημα αλυσιδωτά καταρρέει. Όταν η όποια ηθική αποκτά την έννοια του εγκλήματος και ο πλέον άσπιλος άνθρωπος κατηφορίζει το βούρκο. Φαίνεται πως είναι ο καιρός των υπονόμων. Αν διακυβεύεται κάτι στο νησί τούτο συνοψίζεται στο «πορνοσταριλίκι» που μας χαρακτηρίζει. Αποκομμένοι σταδιακά από ό,τι το πελασγικό ή ελληνικό, περιφέρουμε συνεύθυνα τις φιλανθρωποφαγικές αγαθοεργίες του κάθε Οργανισμού Ηνωμένων Ενοχών. Η Ευρώπη του εφιάλτη των κλιματιστικών, των χωρίς αντίκρισμα και νόημα συνεδρίων και συνευρέσεων, του πολιτικού ή πολιτειακού τουρισμού, των μαγγανοπήγαδων του catering και των αποφάσεων της πανάκριβης μοκέτας εισπράττει τον ιδρώτα του σερβιτόρου, την αγανάκτηση του χαμάλη και τη στιβαρότητα της καθαρίστριας. Βάρβαροι προσωπιδοφόροι δεξιώνονται έγγραφα, συζητήσεις, ψηφοφορίες, αποφάσεις, δανειοδοτήσεις, χρηματοδοτήσεις κι επιχορηγήσεις εκπορνεύοντας την εκτυφλωτικότατη διαφάνεια της θάλασσας και το ανέσπερο σκοτάδι του ήλιου. Ιθαγενή ανθρωπάρια υπεκφεύγουν της υπερπραγματικής ελεύθερης κι αιώνιας αποδεσμευμένης αλήθειας, κωφεύοντας ή κάνοντας γαργάρα τη λαμπρή συμμετοχή τους στην εκ νέου ανοικοδόμηση της πουτανιάς. Καμιά συλλογικότητα δεν οδηγεί κάπου, όπως άλλωστε ποτέ στην ιστορία. Το καθοδηγούμενο αγελαίο ξέσπασμα της μιας στιγμής ξεθυμαίνει όπως ένα ανθρακούχο αναψυκτικό που έμεινε ανοικτό μετά το τέλος του εισπρακτικού εορτασμού ή πένθους των κακόγουστων κοινωνικών προσποιητών εκδηλώσεων. Άραγε το παζάρι περιμένει τον έμπορο μεταπράτη που θα μας πουλάει εκ νέου αλυσοδεμένους σκλάβους ή το δήμιο δικαστή που θα μας κόβει το κλεμμένο χέρι; Ίσως να ’ναι αναγκαίο. Οι ταγοί, τα παραφερνάλια, οι σφουγγοκωλάριοι, οι ρουφιάνοι, οι πράκτορες, οι πάντα πρόθυμοι καλοθελητές της εσχάτης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδιακής προδοσίας και οι διαβρωμένοι χρυσωμένοι αφελείς «πνευματικοί άνθρωποι» (λογοτέχνες, καλλιτέχνες εν γένει, άγιοι και μακαριότατοι δεσποτάδες) κυκλοφορούν στις φλέβες μας προκαλώντας μία μόνιμη, καλπάζουσα και μεταστατική σηψαιμία. Εκεί που το νεύρο θα ’πρεπε να εκπαιδεύεται σιωπηλά μαινόμενο – σκοπεύοντας τη λυτρωτική υπερπραγματική απαγκίστρωση των έμβιων όντων απ’ τη χαμερπή παρασιτική δήθεν εκλέπτυνση των πολιτικώς ορθών συμπεριφοριστικών πρακτικών- εμείς παραμένουμε ωφελιμιστικά εγκλωβισμένοι στην επικερδή και λανθάνουσα λειτουργία ενός ξιπασμένου, εδώδιμα αποικιακού και τουρκεμένου τόπου.
3
Άπνοια κι οι μύγες ίπτανται θριαμβικά του σκελετού της πόλης. Άκαιρα μαγειρεία προσφέρουν ζαρζαβατικά και όσπρια σε πεινασμένους οδοιπόρους. Η σύντομη συνεύρεση σκοντάφτει στην κατανόηση του άσχετου πεπραγμένου. Επιστροφή στη σιωπή της παρουσίας. Καμία γοητεία στα καντούνια της, μονάχα ο πολλαπλασιασμός των σκυβαλοδοχείων αναδύει τη μυρωδιά της σήψης και τον κανιβαλισμό των διασκεδαστών της προηγούμενης νύχτας.
*Από την ενότητα ”Εντός εκτός κι επί τ’ αυτά του… τείχους”, στο “Ο ποιητής ως πράκτορας… της εποχής και του βίου του”, έκδοση “Χάβρα”.
