When I was younger
it was plain to me
I must make something of myself.
Older now
I walk the back streets
admiring the houses
of the very poor:
roof out of line with sides
the yards cluttered
with old chicken wire, ashes,
furniture gone wrong;
the fences and outhouses
built of barrel-staves
and parts of boxes, all,
if I am fortunate,
smeared a bluish green
that properly weathered
pleases me best
of all colors.
No one
will believe this
of vast import to the nation.
Όταν ήμουν νεότερος
ήταν ξεκάθαρο για μένα
ότι πρέπει να κάνω κάτι για τον εαυτό μου.
Μεγαλώνοντας τώρα
περπατάω στους πίσω δρόμους
θαυμάζοντας τα σπίτια
των πολύ φτωχών:
στέγη εκτός γραμμής με τις πλευρές
οι αυλές γεμάτες
με παλιό κοτετσόσυρμα, στάχτες,
έπιπλα που πήγαν στραβά-
οι φράχτες και τα παραπήγματα
χτισμένα από βαρέλια
και κομμάτια κουτιών, όλα,
αν είμαι τυχερός,
λερωμένα με ένα γαλαζοπράσινο
που σωστά διαβρωμένο
μου αρέσει καλύτερα
όλων των χρωμάτων.
Κανείς
δεν θα πιστέψει αυτό το
τεράστιας σημασίας για το έθνος.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
