Ο Μάιλς περίμενε στην αποβάθρα,
με την τρομπέτα του σε τσάντα πλαστική.
Η Κυρία ήταν ψυχρή─
άνεμος μαστίγωνε τις γαρδένιες
που έκλεψα για τα μαλλιά της.
Σε άθλια κατάσταση και οι τρεις.
Κανένας δεν ερχόταν, έτσι ξεκίνησα να κωπηλατώ.
Δυσκολευόμουν─
στάσιμα νερά, μαιανδρική ροή…
Η πόλη στέναζε και σιγοέβραζε.
Κονσερβοκούτια στις όχθες σάμπως χειροπέδες…
Να μαστε στα ανοιχτά…
Όμως ο Μάιλς έβγαλε το κόρνο του
και έπαιξε.
Η Κυρία τραγούδησε.
Ένα αργό παραδοσιακό μπλουζ.
Το ρέμα μάς πήρε─
κόρνο, φωνή, ο ήχος, λάμνοντας, του νερού…
Δεν ξέρω πόσον καιρό αρμενίζαμε─
το σκαρί μας γεμάτο μουσική,
η νύχτα διάστικτη με άστρα.
Όταν ξύπνησα μπαίναμε στον ωκεανό,
ο ήλιος χαμηλά στο νερό
ζεστός σαν λαιμός,
χρυσός σαν τρομπέτα.
Κλάψαμε.
Ύστερα με έναν ύμνο εκτιναχθήκαμε.
Ουδέποτε υπήρξα τόσο ευτυχισμένος.
*Από τα “Ποιήματα για την Τζαζ”, μετάφραση Χ. Αγγελακόπουλος, εκδόσεις Bibliotheque 2019.
