Αγγελική Κουντουράκη, Στη σιωπή

Σε ένα δωμάτιο σκοτεινό μας έβρισκε γυμνούς το ξημέρωμα
Άρχιζες τότε να μιλάς σαν άνθρωπος στη θαλπωρή που πάει να φωλιάσει
για μια πόλη μακρινή
και εκείνα τα παιδιά που μέσα στην ίδια τους φωτιά κάηκαν
και τον κόσμο τελικά δεν κατάφεραν να σώσουν από την ιστορία

Κάποτε τα ποιήματα μελωδίες είχαν κρυμμένες για τα τραγούδια
και ίχνη άφηναν με τη γραφή
να μην μπορεί η σιωπή από την αδράνεια να χάσει ψιθύριζες
και στο σώμα σου έψαχνα την απόγνωση να κρύψω
και ένα λευκό μαντήλι για εκείνους στο λαιμό σου να τυλίξω

Με χαρτί και λέξεις δεν σώζεται ο κόσμος έλεγες
και τα χάδια γδέρνανε τη ψυχή
γιατί η συγκίνηση πια δεν μετράει ανθρώπους ζωντανούς
μα απώλειες και συντρίμμια και τις ζεστές ώρες σβήνει
για μια αγωνία ξένη

Βλέπαμε τις αλήθειες που άναβαν τον κόσμο μήπως ανάποδα γυρίσουν μα εμείς πίσω από κλειστές πόρτες κρυβόμασταν
Ψίθυροι που κραυγή θέλαν να γίνουν αυτό ήμασταν μου έλεγες
και σε σελίδες κιτρινισμένες κρυβόσουν μην και μας βρει η αντοχή

Ποτέ δε θα σιωπήσουν έλεγες και δεν σταματούσες να ρωτάς γιατί πίσω γυρίσαμε σε εποχές που μίσος ο άλλος γίνεται μέσα σε λίγες ώρες
Γιατί ακόμη ελευθερία πρέπει να ζητάμε σαν να έχει ήδη χαθεί;
Ποια απειλή έμεινε τώρα εμάς τους τυχερούς των αιώνων να ξυπνήσει;

Η απάθεια φύση μας ντύθηκε και ο τρόμος δεν μας έσωσε ούτε απόψε
μου έλεγες λίγο πριν αποκοιμηθούμε
στη συντριβή

Leave a comment