Ήταν κιόλας αργά κι όμως δε φεύγαμε
πικρή η συνομιλία και δεν τέλειωνε
και τι συνομιλία να πεις – φράσεις μισές
“τώρα πια μόνο…” ή “ποιος ξέρει αν…”
Αν εξαιρέσουμε τυχαία συναπαντήματα
είχαμε κοντά χρόνο να ιδωθούμε
ή μάλλον πιο πολύ, ναι από τότε που…
κι τώρα τι να πρωτοπείς, τι να…
Όσο να με καλωσορίσει, όσο να παραγγείλουμε
είχε γυρίσει ο ήλιος, άλλαζε το φως
προχωρημένο πια Φθινόπωρο κι έκανε ψύχρα
ίσως δεν έπρεπε να κάτσουμε σ’ αυτό το τραπεζάκι.
*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, Εκδόσεις Άγρα, 1999. Επίσης, δημοσιευμένο στο περιοδικό “Ποίηση”, τ. 12, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1998.
