Το κράνος και το φορτίο
Στάθηκα στὴν καμπὴ τοῦ δρόμου
στὸ βουνὸ μὲ τὰ βράχια,
κι ἕνα βοσκόπουλο
μοῦ πρόσφερε μαῦρο
γλυκὸ ψωμί, νερὸ
καὶ πικραμύγδαλα.
Λιβάδια ζοφερὰ τὴν αὐγή,
ὁμιχλώδη βουνὰ τῆς Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μοῦ’ χετε κλέψει τὰ νιάτα
καὶ τὸ γέλιο.
*
Άδεια νοσοκομεία (απόσπασμα)
(…)
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές/
με χειρόγραφα στις τσέπες/
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους/
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι/
στο πλακόστρωτο του λιμανιού/
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο/
που δεν έρχεται από πουθενά/
και που δεν πρόκειται να φτάσει/
αφού δεν υπάρχει. (…)
*Από τη συλλογή“Τρωτό σημείο” (1949)]. Μετάφραση: Γιώργος Δανιήλ. Παρατίθεται στο βιβλίο του Γιώργου Δανιήλ “Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας Νίκος Καχτίτσης”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981, σελ. 189 (του πρώτο) και σελ. 201 (του δεύτερο). Αναδημοσίευση από εδώ: https://vardavas.wordpress.com
