Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Εραστές του Όζ-οντος στην ομίχλη (με τελεκάστερ)

Η σχιζοφρενική πανοπλία των κατασκηνώσεων
Και η πυραυλοκίνητη ομίχλη της ενδοχώρας
Οι τιθασευμένοι γοφοί της κιθάρας
Και τα αυγά του λεωφορείου…
Όχι!
Δεν ξέρω πού πηγαίνει αυτό το ποίημα
Που ακολουθεί εμένα
Που ούτε εγώ ξέρω πού πηγαίνω
Γιατί ακολουθώ αυτό το ποίημα
Που όχι μόνο δεν ξέρει που πηγαίνει
Αλλά ούτε από πού έρχεται.

Μπορεί ν’ ακολουθεί την άνοιξη
Μπορεί ν’ ακολουθεί το χειμώνα
Που ούτε νοιάζονται για όλ’ αυτά
Ούτε και ξέρουν.
Ούτε κι εγώ ξέρω άλλωστε γιατί έπινα βενζίνα
Που μοίραζαν γυναίκες με πράσινα χείλη
Στις παράλιες καντίνες.

Τότε που το καλοκαίρι μιλούσε
Τη γερασμένη γλώσσα του
Γιατί δεν είχε τίποτα να πει
Για το χτες
Ούτε και για το χτες του αύριο.

Και οι βενζινάκατοι χάθηκαν
Και οι φάροι έσβησαν
Κι έμεινε ένας μικρός άνθρακας να καίει σιγανά
Να κρατάει ζωντανή λίγη οντολογία
Και μπόλικη απορία

Φόρεσε λοιπόν την ομίχλη της μουσικής πειρατή
Φόρεσε την κόκκινη βροχή της νύχτας.
Φόρεσε το μαντήλι των βαρυαύλων
Και το καπέλο του μανδραγόρα.

Ο ήλιος και η ιστορία
Δεν έχουν τίποτα να πουν
Πέρα απ’ όσα μας είπαν χθες
Και θα μας πουν και αύριο.

Και οι σκιές μεγάλωσαν
Και οι μουσικές σταμάτησαν
Και οι πόρτες έκλεισαν
Από τις πάνω γειτονιές

Μέχρι κάτω στο παλιό λιμάνι.

*Από τη συλλογή «Στα κάγκελα κ.ά. ποιήματα», Εκδόσεις Σμίλη, 2016.

Leave a comment