Τις νύχτες είμαι ταραγμένη.
Στα χείλη μου μασάω
αγιασμένες λέξεις
απ’ τα κόκκινα μύρα
μιας βάφτισης αρχαίας,
μιας τελετής δεσίματος
με τον προαιώνιο λυτρωτή μου.
Τις μασάω
και τα χείλη μου ματώνω,
κεράσια βουτηγμένα
σε μια κολυμβήθρα
γεμάτη υποσχέσεις κι απαιτήσεις.
Με τη βία μ’ έσυραν
απ’ την κολυμβήθρα αυτή να πιω.
Και τώρα
-αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου-
κάθε πρωί
οι εφιάλτες μου ιδρώνουν
στην κούπα του καφέ μου.
Οι εφιάλτες μου ιδρώνουν
στην κούπα του καφέ μου,
έτσι όπως τα κεράσια
μάσησα κι άλεσα,
την πίκρα τους λίγο
μ’ ελπίδα να γλυκάνω.
Και τώρα
-αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου-
Εκείνος βυσσοδομεί
ένα σχέδιο εξαπάτησης
για την οριστική επιστροφή μου.
Κι εγώ
-αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου-
της νύχτας το σκοτάδι
με πυρετούς φιλοδωρώ,
με τα πικρά κεράσια μου,
κληρονομιά δική Του.
Ιδρώνω και ταράζομαι.
Φοβάμαι στο σφαγείο της Αγάπης Του
αγνός αμνός
ξανά μην μπω,
και τα κεράσια
κόκκινη λεπτή θηλιά
σφίξουν στο λαιμό μου.
*”Τα Κεράσια της Εύας”, Εκδόσεις Ιωλκός, 2018.
