Ο στρατάρχης Αχρομέγιεφ για τους τυμβωρύχους
Τί ’ν’ αυτά; Στην κασετίνα μου σημύδες φτάνουν
μου αγγίζουνε την ωμοπλάτη
τα γεννήματα των αγροτεμαχίων.
Δε μου φτάνανε αυτά ήρθαν και τα κοπρόσκυλα
με γδύσανε στολή κι εκείνο
το καλό μου παράσημο απ’ το Λένινγκραντ.
Και θα σκεφτήκανε: τον ξεφτυλίσαμε τελείως
τον κόκκινο καραβανά.
Με το παγωμένο της γλώσσας μου δέντρο
την πέραν της ζωής δροσιά στα χείλη
ολόσαρκα είμαι τα υπουργεία που έπεσαν
με ορυμαγδό καθώς κουρτίνες μπάνιου.
Ήταν οι γενναίες υποχωρήσεις μας
τα διαβασμένα κομποσκοίνια του λαού
και τώρα σ’ αίθουσες κλιματιζόμενες
οι μετανοημένοι
νέμονται τον υδράργυρο του χρηματιστηρίου.
Σύντροφε φαντάρε
δικοί μου οι πύραυλοι
δική μου κι η ειρήνη
δεν τα ’παιξα καθώς τα νήπια
ως καμηλοπαρδάλεις πλαστικές.
Την τέως κοσμογονία την πίστεψα και την πιστεύω
την πίστεψε μαζί και το σκοινί μου.
*Από τη συλλογή Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2021.
*
Στο σπίτι του ποιητή Ζεράλντ Νεβέ
της Γιώτας Ανδρικοπούλου
Από οίκτο χαμογελάτε
Απ’ το βάθος του παγκόσμιου μορφασμού
ΖΕΡΑΛΝΤ ΝΕΒΕ
Καημένε σύντροφε Ζεράλντ Νεβέ
Το χαμόγελό σου είναι το αποψινό μου υποστύλωμα
Αυτό το γκρίζο κράσπεδο ανάμεσα στα χείλη σου
σαν χαλικόστρωτη προβλήτα με ποντίκια
που απομυζούν κι απομυζούν
Αλλά τι όμορφα που σκάει πάνω της το κύμα
της αιώνιας κίνησης που πίστεψες
ακόμα κι έτσι, με όλα σου τα έπιπλα
πεταμένα απ’ το παράθυρο, κομμάτια
με τη μέση σου ένα γάμα απ’ τους καναπέδες
των ατελιέ και το μάτι γαρίδα στα φιλόξενα
ψυχιατρεία που έβρισκες κατάλυμα
Μα και στο δρόμο ξαπλωμένος
πάνω στα φύλλα της Ουμανιτέ
αυτά τα διαλεκτικά άχυρα
σαν να ήσουν χειροπεδεμένος στο πραγματικό
εκεί στάθηκες
πιστός
όχι στο μηχανισμό
αλλά στην τάξη που σε γέννησε
πεισματάρη
επέμεινες
με αυτό το άστεγο χαμόγελο
δίπλα στους πολλούς
μαζί τους
παρατημένος
όπως οι θαμμένοι από πολλή αγάπη
που γλίστρησε
μακριά
*Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2024.
