(Ἀφιέρωμα: Ἀναρχία καὶ Λογοτεχνία, 4/9)
Εἴμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς ἀρχῆς
Γουέλς
— ΚΑΛΗΜΕΡΑ, ἀγαπημένε δάσκαλε. Πῶς πάει; Πῶς εἶστε;
— Ἤδη τὸ βλέπετε· στὸ ἐργαστήριό μου πάντα, ἀπορροφημένος στὸ μεγάλο μου ἔργο.
— Μιλᾶτε γι’ αὐτὸ τὸ περίφημο καὶ ἀξιοθαύμαστο ἔργο ποὺ ὅλοι περιμένουμε, Ἡ προϊστορία;
— Πράγματι· αὐτὸν τὸν καιρὸ ἀσχολοῦμαι μ’ αὐτή. Καὶ μένει λίγο ἀκόμα γιὰ νὰ τὴν τελειώσω.
— Μήπως φτάσατε στὶς ἱστορικὰ μοντέρνες ἐποχές;
— Ναί, κύριε, μόλις ἔβαλα τὶς τελευταῖες γραμμὲς στὴν περιγραφὴ τῆς περιόδου τοῦ ἠλεκτρισμοῦ.
— Θὰ εἶναι μιὰ ἐνδιαφέρουσα περίοδος αὐτὴ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ;
— Εἶναι τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς ἐξέλιξης τοῦ πρωτόγονου ἀνθρώπου· ἀπὸ ἐκεῖ πιὰ ἀρχίζει ὁ βαθὺς μετασχηματισμὸς ποὺ γνωρίζουν οἱ ἱστορικοί, δηλαδή, ἀρχίζει ἡ ἐποχὴ τοῦ πραγματικὰ πολιτισμένου ἀνθρώπου.
— Τέλεια, ἀγαπημένε δάσκαλε. Καὶ ἐσεῖς βρήκατε πολλὲς πληροφορίες γιὰ αὐτὴ τὴ σκοτεινὴ καὶ μυστηριώδη περίοδο;
— Κατάφερα πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ ἐξακριβώσω πῶς ζοῦσαν ὅλα αὐτὰ τὰ παράξενα πλάσματα ποὺ προηγήθηκαν ἀπὸ ἐμᾶς στὴ χρησικτησία τοῦ πλανήτη. Ξέρω, ἐπὶ παραδείγματι, μὲ βεβαιότητα, ὅτι αὐτὰ τὰ πλάσματα ζοῦσαν μαζεμένα, στοιβαγμένα καὶ πατημένα σὲ συγκροτήματα κατοικιῶν πού, ἀπ’ ὅτι φαίνεται, ὀνόμαζαν πόλεις.
— Εἶναι ὄντως περίεργο καὶ παράξενο αὐτὸ ποὺ μοῦ λέτε. Καὶ πῶς μποροῦσαν νὰ ζοῦν αὐτὰ τὰ πλάσματα σ’ αὐτὰ τὰ συγκροτήματα κατοικιῶν; Πῶς μποροῦσαν νὰ ἀναπνεύσουν, νὰ κινηθοῦν, νὰ πάρουν ἥλιο, νὰ ἀπολαύσουν τὴ σιωπή, νὰ νιώσουν τὴ μοναδικὴ αἴσθηση τῆς μοναξιᾶς; Καὶ πῶς ἦταν; Ἦταν ὅλα ἴδια; Τὰ ἔκαναν διαφορετικὰ ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὸ γοῦστο του;
— Ὄχι. Αὐτὰ τὰ σπίτια δὲν ἦταν ὅλα ἴδια· ἦταν διαφορετικά. Ἄλλα μεγάλα, ἄλλα πιὸ μικρὰ· ἄλλα πνιγηρὰ καὶ στενά.
— Εἴπατε ὅτι κάποια ἦταν στενὰ καὶ πνιγηρά; Πῶς γινόταν αὐτό; Πῶς μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν πλάσματα ποὺ τοὺς ἄρεσε νὰ κατοικοῦν σὲ κατοικίες πνιγηρές, στενές, ἀνθυγιεινές;
— Αὐτοὶ δὲν εἶχαν τέτοια ἰδιοτροπία· τοὺς ἐξανάγκαζαν ὅμως νὰ ζήσουν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ συνθῆκες τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος στὸ ὁποῖο κινοῦνταν.
— Δὲν καταλαβαίνω τίποτα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ μοῦ πεῖτε.
— Θέλω νὰ πῶ ὅτι στὶς πρωτόγονες ἐποχὲς ὑπῆρχαν κάποια πλάσματα ποὺ διέθεταν ὅλους τοὺς πόρους γιὰ νὰ ζοῦν καὶ ἀντίθετα ἄλλα ποὺ δὲν διέθεταν αὐτά τα μέσα.
— Εἶναι ἐνδιαφέρον καὶ παράξενο αὐτὸ ποὺ λέτε. Γιὰ ποιούς λόγους δὲν διέθεταν τὰ μέσα αὐτὰ τὰ πλάσματα;
— Αὐτὰ τὰ πλάσματα ἦταν οἱ λεγόμενοι φτωχοί.
— Φτωχοί! Τί περίεργη λέξη! Καὶ τί ἔκαναν αὐτοὶ οἱ φτωχοί;
— Αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ δούλευαν.
— Αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ δούλευαν; Καὶ ἂν δούλευαν αὐτοὶ οἱ φτωχοί, πῶς καὶ δὲν εἶχαν μέσα γιὰ νὰ ζήσουν; Πῶς ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦσαν στὰ μικροσκοπικὰ σπίτια;
— Αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ δούλευαν. Ἀλλὰ δὲν ἦταν γιὰ λογαριασμό τους.
— Πῶς, ἀγαπημένε δάσκαλε, μπορεῖ κανεὶς νὰ δουλεύει ἐὰν δὲν εἶναι γιὰ λογαριασμό του; Δὲν σᾶς καταλαβαίνω· ἐξηγεῖστε μου.
— Θέλω νὰ πῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ πλάσματα ποὺ δὲν εἶχαν πόρους ζωῆς, γιὰ νὰ καταφέρουν τὸν καθημερινὸ ἐπιούσιο συγκεντρώνονταν γιὰ ἐργασία σὲ κάποια κτίρια ποὺ τὰ ἔλεγαν φάμπρικες.
— Καὶ τί θὰ κέρδιζαν μὲ τὸ νὰ συγκεντρώνονται σὲ αὐτὲς τὶς φάμπρικες;
— Ἐκεῖ τοὺς ἔδιναν κάθε μέρα ἕνα μεροκάματο.
— Λέτε μεροκάματο; Αὐτὸ θὰ εἶναι κάποια λέξη τῆς ἐποχῆς.
— Μεροκάματο εἶναι πράγματι μιὰ λέξη τῆς ὁποίας τὸ νόημα σήμερα δὲν καταλαβαίνουμε· μεροκάματο ἦταν ἕνας ἀριθμὸς ἀπὸ κέρματα ποὺ τοὺς ἔδιναν κάθε μέρα γιὰ τὴ δουλειά τους.
— Ἕνα λεπτό, ἀγαπημένε δάσκαλε συγχωρέστε μὲ πάλι. Ἄκουσα ὅτι εἴπατε κέρματα. Τί εἶναι αὐτὰ τὰ κέρματα;
— Κέρματα ἦταν κάποια στρογγυλὰ μεταλλικὰ κομμάτια.
— Γιὰ τί ἦταν αὐτὰ τὰ στρογγυλὰ μεταλλικὰ κομμάτια;
— Αὐτὰ τὰ κομμάτια… Δίνοντάς τα στὸν ἰδιοκτήτη ἑνὸς ἀντικειμένου, αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης σοῦ ἔδινε τὸ ἀντικείμενο.
— Καὶ αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης, δὲν ἔδινε τὰ ἀντικείμενα ἐὰν δὲν τοῦ ἔδιναν αὐτὰ τὰ μεταλλικὰ κομμάτια;
— Φαίνεται ὅτι ὄντως δὲν τὰ ἔδινε.
— Παράξενα πλάσματα ἦταν αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆτες! Καὶ γιατί ἤθελαν τὰ μεταλλικὰ κομμάτια;
— Φαίνεται νὰ ἴσχυε ὅτι ὅσο περισσότερα κομμάτια ἀπὸ αὐτὰ εἶχε κανεὶς τόσο καλύτερα ἦταν.
— Ἦταν καλύτερα; Γιατί; Δηλαδὴ αὐτὰ τὰ κομμάτια δὲν μποροῦσε νὰ τὰ ἔχει ὅποιος τὰ ἤθελε;
— Ὄχι, δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ ἔχουν ὅλοι.
— Γιὰ ποιό λόγο;
— Γιατί αὐτὸν ποὺ τὰ ἔπαιρνε χωρὶς νὰ εἶναι δικά του τὸν ἔκλειναν κάπου ποὺ λεγόταν φυλακή.
— Φυλακή! Τί ἦταν αὐτὴ ἡ φυλακή;
— Φυλακὴ ἦταν ἕνα κτίριο ὅπου ἔβαζαν κάποια ἄτομα ποὺ ἔκαναν κάτι ποὺ οἱ ὑπόλοιποι δὲν ἤθελαν νὰ κάνει.
— Καὶ γιατί ἐκεῖνοι ἐπέτρεπαν νὰ τοὺς βάλουν ἐκεῖ;
— Δὲν εἶχαν ἄλλη λύση· ὑπῆρχαν ἄλλα ἄτομα μὲ τουφέκια ποὺ τοὺς ὑποχρέωναν σὲ αὐτό.
— Ἄκουσα καλά; Μόλις εἴπατε τουφέκια;
— Ναί, κύριε, εἶπα τουφέκια.
— Τί εἶναι τὰ τουφέκια;
— Τουφέκια ἦταν κάτι ὅπλα ποὺ διέθεταν κάποια ἄτομα.
— Καὶ γιὰ ποιό σκοπὸ ἔφεραν τὰ ὅπλα;
— Γιὰ νὰ σκοτώνουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους στοὺς πολέμους.
— Γιὰ νὰ σκοτώνουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους! Αὐτὸ εἶναι ὑπερβολικό, ἀπίστευτο. Σκοτώνονταν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους;
— Σκοτώνονταν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους.
— Νὰ τὸ πιστέψω; Εἶναι βέβαιο;
— Εἶναι βέβαιο· σᾶς δίνω τὸ λόγο τῆς τιμῆς μου.
— Μὲ ἀφήνετε κατάπληκτο, ἄναυδο, ἀγαπημένε δάσκαλε. Δὲν ξέρω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖτε νὰ μοῦ προσφέρετε μὲ τὰ τελευταῖα σας λόγια.
— Μίλησα γιὰ τὴν τιμή;
— Μιλήσατε γιὰ τὴν τιμή.
— Συγχωρῆστε με· αὐτὴ εἶναι ἡ τωρινὴ ἐμμονή μου· αὐτὸ εἶναι τὸ τρωτὸ σημεῖο τοῦ βιβλίου μου· αὐτὴ εἶναι ἡ βαθιά μου δυσκολία. Ἐπανέλαβα ἐνστικτωδῶς μιὰ λέξη ποὺ εἶδα νὰ διατρέχει σὲ ἀφθονία ὅλα τὰ χειρόγραφα τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς ὁποίας τὸ νόημα δὲν κατάφερα νὰ συλλάβω. Σᾶς ἐξήγησα τί ἦταν οἱ πόλεις, οἱ φτωχοί, οἱ φάμπρικες, τὸ μεροκάματα, τὰ κέρματα, ἡ φυλακὴ καὶ τὰ τουφέκια, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τί ἦταν ἡ τιμή.
— Μᾶλλον ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους νὰ διαπράξουν περισσότερες ἀνοησίες καὶ βαρβαρότητες.
— Ἴσως…
Πηγή: https://ciudadseva.com/texto/la-prehistoria/
Ἀθορίν (Χοσὲ Μαρτίνεθ Ρουὶθ) (Azorín [José Martínez Ruíz]) (Ἀλικάντε 1873 – Μαδρίτη 1967). Ἱσπανὸς συγγραφέας ποὺ ἀνήκει στὴ Γενιὰ τοῦ ’98. Στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργικῆς του πορείας, τὸ ἔργο του χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ εὐαισθησία ἀναρχικοῦ χαρακτῆρα καὶ τὰ πρῶτα του βιβλία ἀντιστοιχοῦν σὲ αὐτὴ τὴν ἰδεολογία. Πρόκειται γιὰ τά: Notas sociales (1896) καὶ Pecuchet demagogo (1898). Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ταξίδεψε πολὺ στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴν Καστίλη μὲ σκοπὸ νὰ γνωρίσει τόσο τὸ τοπίο της ὅσο καὶ τοὺς ἀνθρώπους της, οἱ ὁποῖοι τότε ζοῦσαν σὲ ἐξαιρετικὴ ἐξαθλίωση. Μοιράστηκε μαζὶ μὲ τὸν Ρομίρο ντὲ Μαέτσου (Romiro de Maetzu) καὶ Πίο Μπαρόχα (Pío Baroja) ἕναν μεγάλο θαυμασμὸ γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Νίτσε καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ τὶς ἐπαναστατικὲς θεωρίες. Σπούδασε νομικὰ καὶ στὴ συνέχεια ἔγινε γνωστὸς μέσῳ τῶν συνεργασιῶν του μὲ τὸν τύπο. Μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ἀθορίν» ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἕνα ἄρθρο δημοσιευμένο στὴν España, ἐνῷ ἀκολούθησε πληθώρα δημοσιεύσεων σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς. Ἡ πρώτη του τριλογία, La voluntad (1902), Antonio Azorín (1903) καὶ Las confesiones de un pequeño filósofo (1904), ἀποτελεῖ μιὰ ἐκτεταμένη διαδικασία προσωπικῆς περισυλλογῆς ποὺ τὸν ὁδήγησε νὰ ἀλλάξει ριζικὰ τὶς θέσεις του. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ἔπληξαν τὴν Ἱσπανία στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰ. (τὴν ἀπώλεια καὶ τῶν τελευταίων ἀποικιῶν της), κατέληξε νὰ υἱοθετήσει μιὰ συντηρητικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἡ πρόζα του διακρινόταν ἤδη ἀπὸ μιὰ ἐξαιρετικὴ ἀνάλυση τοῦ θέματός του στὶς πιὸ μικρές του λεπτομέρειες, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν προτίμησή του στὴ μικρὴ πρόταση, στὴν ἐκφραστικὴ σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια καὶ στὸν πλοῦτο τοῦ λεξιλογίου της. Ἔτσι, τὸ ἔργο του Ἀθορὶν ἀποτέλεσε τότε μιὰ αὐθεντικὴ αἰσθητικὴ ἐπανάσταση συγκρινόμενο μὲ τὸν ὄγκο τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς τοῦ 19ου αἰ. Γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἀθορίν, τὸ κύριο ἀντικείμενό του δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τοῦ «οὐσιώδους τῆς ζωῆς». Ἔτσι, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαίτερη ἀφηγηματική του τεχνικὴ καὶ μελετῶντας τὶς ἀναλύσεις ποὺ ἔκανε στὸ ἔργο τοῦ Ἀθορὶν ὁ Χοσὲ Ὀρτέγκα ὐ Γκασὲ (José Ortega y Gasset), ἡ οὐσία δὲ βρίσκεται «στοὺς μεγάλους ἄντρες, τὰ κορυφαῖα γεγονότα, τὰ θορυβώδη πάθη, ἀλλὰ στὸ μικρὸ καὶ ἀτομικό». Τεχνικὴ ἰμπρεσιονιστική, ἀφοῦ, φιλοδοξεῖ νὰ δείξει τὴν πνευματικὴ οὐσία τῶν πραγμάτων μέσῳ λυρικῶν περιγραφῶν στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ ἕνα συναίσθημα ἐκλεπτυσμένο καὶ προσεγμένο. Ἐπηρεασμένη ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἀξίες, ἡ ἀφήγηση τοῦ Ἀθορίν, θὰ διατρέχεται συνεχῶς ἀπὸ τὴν ἐμμονὴ τοῦ χρόνου, τὴ γαλήνια ἐνατένιση τοῦ τοπίου καὶ τῆς ἱστορίας καὶ μιὰ ἀνανεωμένη εὐαισθησία πρὸς τοὺς κλασσικούς. Σὲ αὐτὴ τὴ γραμμὴ θὰ κινηθοῦν τὰ Los pueblos (1905) (Οἱ λαοί), Castilla (1912) (Καστίλη), Clásicos y modernos (1913) (Κλασσικοὶ καὶ μοντέρνοι), Al margen de los clásicos (1915) (Στὸ περιθώριο τῶν κλασσικῶν) καὶ Una hora de España (1924) (Μιὰ ὥρα τῆς Ἱσπανίας)· ξεχωρίζει ἰδιαίτερα La ruta de Don Quijote (1905) (Ὁ δρόμος τοῦ Δὸν Κιχώτη), ἕνα ἐντυπωσιακὸ χρονικὸ κάποιου ταξιδιοῦ τοῦ Don Quijote de la Mancha.
Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:
Χρηστάκου Βασιλική. Ἰατρὸς καρδιολόγος καὶ ἀριστοῦχος ἀπόφοιτος τοῦ τμήματος Ἱσπανικὴ γλώσσα καὶ Πολιτισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοιχτοῦ Πανεπιστημίου. Μεταφράζει λογοτεχνία ἀπὸ τὴν ἱσπανικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.
