Αηδίασα πια να βαδίζω σε τόπους στεγνούς,
να βλέπω σημαίες να ξεφτίζουν στον άνεμο
παιδιά να χτυπούν τα πόδια ρυθμικά,
δίχως να ξέρουν το γιατί.
Αηδίασα
οι ήρωες έγιναν πέτρινα αγάλματα,
τα ονόματά τους σκαλισμένα σε πλατείες
που κανείς δεν σταματά να διαβάσει.
Ο πυρετός ανεβαίνει,
καθώς οι ρήτορες τσακίζουν τη γλώσσα
με λόγια παλιά,
που μοιάζουν με βόλια σκουριασμένα.
Σήμερα ο Αρχάγγελος δίνει το σύνθημα
κι ο μπακαλιάρος τηγανίζεται εις ανάμνησιν του θαύματος.
Εικοσιδύο ευρώ ο μπακαλιάρος σκορδαλιά
και η ρομφαία του Αρχαγγέλου
ενέχυρο για το κόκκινο δάνειο.
Πήρε απόγευμα κιόλας
και οι παρελάσεις σβήνουν σιγά σιγά
μες στη βουή της πόλης.
Τα παιδιά ξεκουμπώνουν τα πουκάμισα,
οι μανάδες γυρίζουν στους νεροχύτες,
και οι πολιτικοί βγάζουν τις κορδέλες,
τις διπλώνουν τακτικά
για να τις ξαναφορέσουν του χρόνου.
Ο θάνατος κάθεται σκυφτός
στις παρυφές της ιστορίας,
τα καράβια στο Αιγαίο βουλιάζουν σιωπηλά
και οι προσευχές για δικαιοσύνη
πέφτουν στο χώμα
σαν βροχή που δεν ποτίζει τίποτα.
Έτσι για το έθιμο των ημερών
γράφουμε κι ένα ποίημα κουτσό
να καθαρίσει τη συνείδηση μας
στις ράγες των τρένων.
