Δημήτρης Ρογγίτης, Τρία ποιήματα

Βίωμα

Καλοκαιρινή γνώση
είναι το αεράκι που φυσά τις πευκοβελόνες του δάσους.
Καλοκαιρινή γνώση
είναι ο υάκινθος που ξεράθηκε και του χρόνου θα αναστηθεί.
Καλοκαιρινή γνώση
είναι τα κουρασμένα τρυγόνια
που ξαποσταίνουν στις καλαμποκιές
και μια χούφτα σκόνη που τη νύχτα με τυραννεί.
Ό,τι υπήρξαμε και είδαμε χάθηκε.
Γλίστρησε από τα μάτια μας και έδυσε,
μαζί με το κόκκινο μελόδραμα του δειλινού.
Ακόμη και αν χαϊδέψαμε κάποτε το τρίχωμα του σκύλου,
την αίσθηση αυτή ξεχάσαμε.
Ή αν μοιραστήκαμε ευτυχισμένοι τη μυρωδιά της γαρδένιας,
η ευτυχία μας εκείνη έσβησε, όπως κι όλες οι υπόλοιπες.
Ο Φθινόπωρος που γουρμάζει στους σταφιδόκαμπους της Ηλείας,
η αχλαδιά που κοκκινίζει στο ποτάμι
κι η γριά που χτενίζει τα μαλλιά της στο μπαλκόνι
είναι η γνώση του καλοκαιριού.
Είναι η γνώση που πάντα έψαχνες αλλά δεν έβρισκες.
Γιατί σε ξεγέλασαν από μικρό και είχες το νου σου αλλού.
Ό,τι σου ‘λεγαν, χαζούλη, εσύ το πίστευες.
Μα κι αυτοί είχαν εξαπατηθεί νωρίτερα
σαν μικροί κι εξαρτημένοι
κι έτσι αγνοούσες όσα σε νοιάζονταν αληθινά
και σε έκαναν χαρούμενο.
Το αεράκι φυσά αλλά αυτή δεν μπορεί να το νιώσει.
Το αεράκι φυσά αλλά αυτή έχει πεθάνει.
Το αεράκι που φυσά, όταν θα σχηματίσει τον κύκλο
του δικού μου ουρανού,
τα μάτια μας σαν άστρα θα λάμψουν
και τότε θα ανταμώσουμε πάλι
για μια αιωνιότητα γαλήνης.

*

Η ώρα περνά

«Θα πλαγιάσω κατά τις 12», είχα πει
«Δυο στίχους μονάχα θα γράψω».
Μα χάθηκα στους δυο αυτούς στίχους
και δεν το αντιλήφθηκα.
Και πρόφτασε να ξημερώσει καινούργια μέρα.
Στο γλυκοχάραμα τώρα πλήρως θα αφεθώ.
Ό,τι και να γράψω, ό,τι και να πω είναι πια περιττό.
Είμαι τόσο νέος κι όμως τα χέρια μου τόσο ροζιασμένα…
Το ρολόι 6 το πρωί δείχνει.
Ο ήλιος χαράζει.
Οι γλάροι βροντοφωνάζουν.
Οι άνθρωποι κοιμισμένοι περπατούν στα πεζοδρόμια.
Έφθασε η ώρα για το μεροκάματο.

*

Τυχαία

Αρχές Φλεβάρη.
Βρίσκομαι Ανδραβίδα.
Έχω να κοιμηθώ μια εβδομάδα από την κηδεία.
Τα μάτια μου έχουν πρηστεί κι έχουν σχηματιστεί
δυο μαύροι κύκλοι
σαν μύδια.

Τα σούρουπα τρέχω με τον Μάρλεϊ στα χωράφια.
Αφού διασχίσω τις ράγες των τρένων,
ανοίγεται ολόκληρος ο ορίζοντας.
Εκεί κάθιδρος, βαριανασαίνοντας,
κοιτώ να χάνονται της φύσης
τα σχήματα.

Δεν έχω δύναμη να σταθώ.
Δίχως πολλές σκέψεις ξαπλώνω στη γη,
το κεφάλι μου βουτά
μες τη λάσπη.
Μια μέρα ακόμη πιο κοντά,
γιατί να με ανησυχεί μην λερωθώ;

Τα λιόδεντρα από δω κάτω φαίνονται
σαν να οδηγούν στα ουράνια.
Τα χρωματιστά νέφη μοιάζουν με τα παιδικά μας σκίτσα.
Και το μακρύ γρασίδι σαν τοίχος με κρύβει
από την ανθρωπότητα.

Βραδιάζει. Όλα τα πουλιά που πετούν είναι μαύρα.
Μαύρα σαν τα ρούχα του κυρτού κόσμου στην εκκλησία.
Ο λυγμός του ενείχε μια εξουθενωμένη υποκρισία.
Αίτια θανάτου: πνευμονική εμβολή.
Άραγε όταν ένιωσε τον πόνο στα στήθη, τι να σκέφτηκε;
Όταν έπεσε στην αγκαλιά της μάνας,
ποιες εικόνες να επανέφερε;

Ακούω τον Μάρλεϊ να γαβγίζει.
Ίσως να ξέθαψε κι άλλον σκαντζόχοιρο.
Βουλιάζω! Δεν δύναμαι να σηκωθώ.
Αχ, πες μου, θέμα τύχης δεν είναι όλα;
Τυχαία είμαι εγώ εδώ να σκέφτομαι αυτά που σκέφτομαι
και να κοιτώ τον μαύρο ουρανό.
Ενώ αυτή να ‘ναι θαμμένη στα 2 μέτρα.

                                      Στη συμμαθήτριά μου, Δήμητρα

*Από τη συλλογή “Παπαρούνες του Γενάρη”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

Leave a comment