Στήνει το κεφάλι προς τον νότο
και στέκεται ακίνητη.
Πιάνει τον ήχο των τσακαλιών
που πατούν το χιόνι.
έφτασαν στις λεύκες και στα πλατάνια
για νερό.
Μετράει νοερά τα πόδια τους
και παραμένει σ’ εγρήγορση.
Το χιόνι που την αφήνει νηστική,
σκεπάζει κάθε καλοσύνη,
γι’ αυτό κι εκείνη πολεμάει
τη θαλπωρή της νάρκης
δαμάζοντας πρώτα
της φύσης της την αδυναμία,
και παραμένει σ’ εγρήγορση.
Στο μεταξύ νυχτώνει,
τα τσακάλια κινούν
στα κοιμισμένα βαλτοτόπια
-όλο και κάποιος χειμερινός νεοσσός
θα βλέπει όνειρα στη μικρή του επικράτεια.
Στρογγυλά πουλιά με κόκκινο ράμφος
σημαίνουν συναγερμό.
Ξυπνούν οι φόβοι και κρύβουν
τα παιδιά ανάμεσα στις στεριωμένες ρίζες.
Υπάρχει πάντα ένας ενδιάμεσος τόπος
που σ’ αυτόν δίνονται οι πιο σκληρές μάχες.
Καθημερινά. Νυχθημερόν. Ασταμάτητα.
Κι εκεί τα τσακάλια έχουν δύο πόδια.
Εκείνη που μπορεί ν’ ακούει τα αστέρια,
και αφουγκράζεται τις μεγάλες εισβολές,
δεν χάνει χρόνο, κινεί στο λυκόφως
να σώσει τις απάτητες φωλιές
και τα μάτια αυτών
που δεν ξέρουν να προσποιούνται.

Η εμπνευση δια του λογου δυνατα απεικονιζει, συναισθηματα κεντριζοντας, την γεματη κινδυνους, απολυτα εκτεθειμενη στην φυση τους, αλλα και στην φυση, ζωη των ζωων, που, δεν μπορουν να προσποιηθουν, οπως το ανθρωπινο ειδος ( διατρεχοντας αλλους κινδυνους ), οτι την φυση αψηφουν, χλευαζοντας την.
Letteratura nella natura senza pericolo