Σαν τη βουή μέσα στο δάσος
σκίζεται στα ξερόκλαδα
που είν’ έτοιμα να πέσουν
παρασέρνει φύλλα
κιτρινωπά που μόλις πήραν να ξεραθούν
χώμα και χαλίκια κοφτερά
βγαίνει στο ξέφωτο
όταν αρχίζει η βροχή
τσαλαβουτά με δύναμη στα ποτάμια
και τις στέρνες, σκοτώνοντας
τους νεογέννητους γυρίνους
φτάνει ψηλά στους λόφους
στα φτερά της πετροπέρδικας
και της κίσσας -πώς τα θερίζει!
και αυτά χτυπούν λίγο πάνω απ’ τη γη
σαν τύμπανα πένθιμων εμβατηρίων
ξεχύνεται στη θάλασσα
σαν κλέφτες πολλοί μαζί
μα ακέραιοι και δυνατοί
που παραμερίζουν αστόχαστα ευχές
ψάχνουν στο πέλαγος
να βρουν κατάρτια και πανιά
Σαν τη βουή η ψυχή μου
πληγωμένη περηφάνια
τρέχει μακριά από τη σάρκινη ζωή της
όταν με αγνοείς
με τόσο θόρυβο που σπαρταρώ
κάθε που σε συναντώ
