(από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω)
κοιτάζω τις δύο μικρές δισκιέρες να περιστρέφονται την ώρα
που
παίζω μουσική στα μαγαζιά /
όπως κοιτάζω τα πουλιά να πετάνε πάνω από την
πόλη /
με θαυμασμό /
με αοριστία /
η ώρα είναι δέκα,
έντεκα, μία, τρεις /
έπειτα
παίρνω κάποια ευρώ και φεύγω /
πηγαίνω σπίτι και τα μετράω /
όπως μετράω τους μήνες που περιμένω και
περιμένω και περιμένω να μου δώσουν άδεια για να
κάνω μια ταινία /
μετράω και ησυχάζω /
πιπιλάω τους αριθμούς /
δεν εκτοξεύομαι στο διάστημα /
τουλάχιστον όχι σήμερα /
όχι ακόμα /
μετράω για να μη μου στρίψει /
και βγω χωρίς βρακί στον δρόμο /
κι αρχίζω να ψέλνω
και να βρίζω / να ρίχνω μπουνιές
στους κάδους
και στους άντρες /
μετράω κάτι που ξέχασα
αλλά είναι εδώ / λεκές στον τοίχο /
μετράω γιατί όταν μετράς
υπάρχουν κάποια όρια,
ας πούμε ανάμεσα στο 2 και στο 3, το ένα όριο είναι
το 2 το άλλο το 3 /
έτσι μπορώ ανάμεσά τους να κουλουριαστώ σαν γάτα και /
να υπάρχω /
να υπάρχω /
γιατί από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω /
μετράω για να μην ακούω
τα θλιμμένα τραγούδια
και τον παππού σου
που πριν πεθάνει
ζητούσε τη μαμά του / μετράω
για να μαζέψω πια κάτι
για να μην είμαι άλλο
ένα
άθροισμα
από
τρύπες
*“Μαζιμόνες”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.
