Βικτώρια Κουκουμά, Επίλογος και άλλα ποιήματα

Όταν το ευθύβολο βλέμμα κουραστεί
τότε
η ώρα αυτή πουν ξεχασμένη ακόμα στη νύχτα της αρχής
-κάπως έτσι αποφασίστηκε-
ακριβό παιδί του παραμυθιού
Βαρύ στα μάτια της έλλειψης που γίνεται αλήθεια
θα επιστρέψει σα σιωπή
που γνωρίζει
το στέρξιμο της Περσεφόνης.

*

Δεν ξεδιψάει με νερό
από εξασκημένο χέρια
κι ούτε όποιος τον έθρεψε
μα που τον έζησε
το θάνατο
θα τον κερδίσει
μ’ ένα βραβείο ανεπίδοτο
κι ό,τι δεν ήτανε
να συγχωρήσει.

*

Ο άγγελος δεκατεσσάρων ή κάτι τέτοιο,
στον ύπνο έστεκε να κοιτάζει τη σιωπή μου – είπε

Του μίλησα όταν ξύπνησα
χρόνια μετά
στη μέση ενός χειμώνα
που δεν καταλάβαινε από σκεπάσματα.

*

Ακολουθώντας την Κλαρίσσα και τις άλλες,
βαδίζω για να δω “το πράγμα”
γυμνό από παλιές λέξεις.

*

Οι γυναίκες ταξιδεύουν εύκολα στην ξένη χώρα·
έτσι περνάνε τη ζωή τους
φροντίζοντας αποσκευές
και κάποτε θυμούνται εκείνα τα σκαλιά της βεράντας
σκεπασμένα από το φως των χιλιομέτρων.

*Από τη συλλογή “Περασμένη χώρα”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017.

Leave a comment