Νικόλας Κουτσοδόντης, Δύο ποιήματα

ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΑΣ ΚΑΤΣΟΥΦΗΣ

Όχι με τις φιλοδοξίες ενός καναρινιού
δίπλα στο γαλάζιο μικροαστικό ψυγείο
αλλά μικροί πολύ μικροί
στη ζεστή ιστορία του κρεβατιού μας
όπου κοιμάσαι
εξουθενωμένος σαν βυζαντινή εικόνα
απ’ τα θυμιάματα σε μια πλωτή εκκλησία.

Μέσα στην πρωινή σιωπή του δωματίου
είσαι ολόκληρος
κουλουριασμένος στο γκρι, μια φέτα
από ψωμί γιασεμιού
κι όπως η κουβέρτα έμεινε ώρες στάσιμη
υγρός μουσκεμένος σαν από συννεφένια βενζιναντλία
και οι πνοές σου σμάρια μικρών πουλιών
σε τσιμεντένια γούρνα.
Έρχομαι τότε ήσυχα στο αυτί σου
με τα χείλη μου να το πλάσω
τις γροθιές σου να κάνω μια γλαστρούλα
ηρεμίας πλάι στο στόμα
ανακατεμένης με υπνόσκονη
που σε κάνει έτσι αστείο.

*

6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στις επετείους ένα πλήθος μακρομάλληδων χορεύει μακεντόνσκι * κάτω απ’ τον φωτισμό του δήμου που κρύβει το μισό τους πρόσωπο σε κάτι κίτρινο σαν μέλι και σαν μίσος ο χτύπος συλλέγεται απ’ το αυτί όπως κι οι μέρες που συμβιώσαμε έχουν την αίσθηση γεμίσματος και περικύκλωσης και τέλος πάντων τέτοια μέρα μαζεύουμε δυνάμεις για να πούμε τι καλά που νικήσαμε αριθμούς κι ανθρώπους σπίτια δρόμους κι ίσως τους οδηγούς ταξί που νύχτα προς Καλαμαριά ξεφυσάν κι αγανακτούν με μετανάστες στα πλυντήρια αυτοκινήτων. Όλα νικήθηκαν αλλά μαζί κι η ζέστη απ’ το αγκάλιασμα το μάζεμα του σώματος τη νύχτα στιγμές στιγμές που θύμιζε ρούχο καλά διπλωμένο. Η νίκη απλώθηκε άφθονη αέρας σ’ άδειο υπόγειο κι αιχμηρά κενά κοχύλια που ματώνουνε το πέλμα και όλα εντάξει.

*Η σλαβόφωνη γλώσσα που συνόδευε τη μουσική της Μακεδονίας με χάλκινα, πνευστά και κρουστά. Επειδή το επίσημο Ελληνικό Κράτος, κατά τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα, απαγόρευσε τη γλώσσα, τα τραγούδια αυτά ονομάστηκαν «Μουγγά τραγούδια».

**Από τη συλλογή «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό», Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Leave a comment